Μετά από δεκαετίες προσκόλλησης στα παραδοσιακά αρχιτεκτονικά σχήματα και πρακτικές, ζούμε μια εποχή καινοτομίας, όπου οι ψηφιακές τεχνολογίες κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος στο πεδίο του σχεδιασμού και γεννούν μια επανάσταση στον τρόπο αναπαράστασης, παραγωγής και βίωσης του χώρου και του χρόνου.
Το βιβλίο του Κώστα Τερζίδη με τίτλο: «Expressive Form_ A Conceptual Approach to Computational Design» και το άρθρο του Patrik Schumacher με τίτλο «The Parametricist Epoch_ Let the Style Wars Begin», που αποτελεί μια ενημερωμένη έκδοση του «Parametricist Manifesto», πραγματεύονται μια νέα προσέγγιση για την αρχιτεκτονική, η οποία βασίζεται στη χρήση προηγμένων υπολογιστικών εργαλείων σχεδιασμού. Οι έννοιες του χώρου και της μορφής επαναπροσδιορίζονται βασισμένες στον αλγοριθμικό σχεδιασμό μέσα από κώδικες αρχιτεκτονικών προγραμμάτων και γλωσσών προγραμματισμού. Το αλγοριθμικό σχέδιο ενσωματώνει την έννοια της πολυπλοκότητας και τη δημιουργική χρήση του ψηφιακού εργαλείου τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στον αστικό σχεδιασμό.
Συγκεκριμένα, ο Κ. Τερζίδης στο βιβλίο του ασχολείται με τις επιπτώσεις και τις δυνατότητες του ψηφιακού σχεδιασμού στην Αρχιτεκτονική. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2003, στην αρχή της δεκαετίας του αλγοριθμικού σχεδιασμού, όπου Τερζίδης οραματίζεται το μέλλον της αρχιτεκτονικής.
Ξεκινάει αναλύοντας τον όρο «εκφραστικότητα» και σε ποια σημεία διαφέρει με τον «δυναμισμό». Η εκφραστικότητα ενσωματώνει το οντολογικό πνεύμα της φόρμας και φανερώνει την πεμπτουσία της μορφής. Ενώ ο δυναμισμός συνδέεται με το πραγματικό γεγονός η εκφραστικότητα είναι η «τάση», αυτό που πρόκειται να συμβεί.
Στη συνέχεια εισάγει τους όρους «σιωπηρός (tacit)» και «υπονοούμενος (implicit)» και τη διαφορά τους, καταλήγοντας ότι η «tacit» έκφραση της φόρμας απελευθερώνεται από την έλλειψη υλικότητας και πλησιάζει πιο πολύ τη διαίσθηση παρά τη συμπεριφορά της αντίληψης.
Οι νέες θεωρίες της μορφής βασίζονται σε νέες υπολογιστικές μεθόδους εξερεύνησης της φόρμας. Αναδύεται μία τάση εξερεύνησης των «κοινών συστημάτων (ordinary systems)», η οποία επαναπροσδιορίζει τη μορφή με εργαλεία όπως την «υπολογιστική (computation)».
Αυτή τη νέα ψηφιακή εποχή δύο είναι οι κυρίαρχες προσεγγίσεις στην Αρχιτεκτονική. Η πρώτη βασίζεται σε επανεκτίμηση παλαιών εννοιών μέσα σε ένα νέο πλαίσιο και υποστηρίζει πως η ανθρώπινη κυριαρχία είναι απαραίτητη σε σχέση με τη μηχανή, προσεγγίζοντας τα ψηφιακά εργαλεία μέσα στα όρια της ανθρώπινης κατανόησης μόνο για την εξερεύνηση της μορφής. Αντίθετα, η δεύτερη προσέγγιση βασίζεται σ’ ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο το οποίο κατανοεί παραδοσιακές έννοιες με νέους τρόπους, χρησιμοποιεί τα υπολογιστικά συστήματα, απορρίπτει παλιές υποθέσεις και τις αντικαθιστά με νέες.
Ο αρχιτέκτονας θέλει να είναι απόλυτος δημιουργός με απόλυτο τρόπο. Τι θα συμβεί, όμως, εάν το δημιούργημά του για το οποίο είναι υπεύθυνος δεν μπορεί να το ελέγξει; Ίσως αυτό έχει ήδη συμβεί με την ανάδυση της υπολογιστικής (computational) αρχιτεκτονικής. Η αντίληψη του Τερζίδη για την υπολογιστική (computation) είναι ότι επιτρέπει την υλοποίηση του οράματος του αρχιτέκτονα, αποδεσμευμένη από ρεαλιστικούς περιορισμούς. Έτσι, η υπολογιστική (computation) προσφέρει απεριόριστες δυνατότητες που τροφοδοτούν τη φιλοδοξία των αρχιτεκτόνων. Ποια είναι όμως τα όριά της; Και τι γίνεται αν η αρχιτεκτονική έλεγχε τα πάντα, απελευθερωμένη από τις επιβολές των μηχανικών, της γραφειοκρατίας και ακόμα από τις δικές τις αξιώσεις; Στην τελική ποιος είναι ο ρόλος του αρχιτέκτονα;
Αν ισχύσουν τα παραπάνω το μέλλον θα σήμαινε λήξη της δημιουργικής πειθαρχίας.
Σύμφωνα με τον Τερζίδη η έμπνευση εξακολουθεί να προέρχεται από το ανθρώπινο μυαλό, χωρίς όμως αυτό να είναι σε θέσει να κατανοήσει ή να υπολογίσει, με κάποιο τρόπο, τις νέες υπολογιστικές ιδέες της αρχιτεκτονικής. Η έμπνευση του ανθρώπινου μυαλού θα προσαρμόσει τη λογική του script, προκειμένου να ανταποκριθεί σε όλα τα πιθανά ερεθίσματα με έναν τρόπο που δεν μπορεί να προβλέψει, ενδεχομένως, λόγω της πολυπλοκότητας της μεθοδολογίας αυτής. Η έμπνευση είναι το εργαλείο, καθώς θεωρεί πως η υπολογιστική (computation) είναι η επέκταση της ανθρώπινης ευφυΐας.
Τελικά ο αλγοριθμικός σχεδιασμός είναι απλά μόδα, μια νέα τάση προς εξερεύνηση ή το μέλλον της αρχιτεκτονικής μετάλλαξης;
Ο Patrik Schumacher στο άρθρο του, λίγα χρόνια μετά τον Τερζίδη, απαντά με τη δήλωση ότι η σύγκλιση της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής «avant-garde» στη χρήση του παραμετρισμού την τελευταία δεκαετία δικαιολογεί την ανακήρυξή του ως ηγεμονία ενός ενοποιημένου στυλ τον 21ο αιώνα. Αναγνωρίζει την ανάδυση ενός «νέου στυλ» στους αρχιτεκτονικούς κόλπους, αφού εισάγει πρώτα την έννοια του «στυλ» και αποσαφηνίζει ότι δεν έχει απλά επιφανειακή σχέση μαζί της, δεν είναι απλά «μόδα» των καιρών αλλά μια αρχιτεκτονική καινοτομία που προχωρά μέσω μιας συλλογικής διαδικασίας.
Ο Παραμετρισμός διαδέχεται το Μοντερνισμό, ως ο επόμενος εκτεταμένος κύκλος καινοτομίας και φέρνει ένα τέλος στη μεταβατική περίοδο στιλιστικής αβεβαιότητας που προέκυψε από την κρίση του Μοντερνισμού και σημαδεύτηκε από μια σειρά σύντομων αρχιτεκτονικών επεισοδίων, όπως ο Μετά-μοντερνισμός και η Αποδόμηση.
Ο Schumacher θεωρεί ότι ο παραμετρισμός είναι ένα βαθύ ιστορικό φαινόμενο το οποίο μπορεί να παρομοιαστεί με μια καινοτομία στην επιστήμη. Η παραμετρική αρχή ενοποιεί τις διαφορές μεταξύ των προηγούμενων περιόδων: ενισχύει τις αποδομιστικές κινήσεις ενώ αντικαθιστά το διαχωρισμό και την επανάληψη του μοντέρνου με την ικανότητα να παρέχει ποικιλομορφία και συνεχή διαφοροποίηση μέσα σ’ ένα πολύπλοκο και ευέλικτο σύστημα.
Αυτό που τον συναρπάζει στον παραμετρισμό είναι ότι προσφέρει ένα ευέλικτο σύνολο στοιχείων για χειρισμό, οδηγώντας σε ποικιλομορφία. Ενώ στο παρελθόν, υπήρχε μια ισχυρή πίστη για άκαμπτα γεωμετρικά σχήματα, τώρα ο εννοιολογικός ορισμός του παραμετρισμού δείχνει ότι τα νέα αρχέτυπα είναι στοιχεία που εμπεριέχουν κίνηση, δυναμική, είναι διαδραστικές γεωμετρικές οντότητες που λειτουργούν ως δομικοί λίθοι για τα δυναμικά συστήματα.
Η εμπλοκή των παραμετρικών εργαλείων πλέον και στην αστική κλίμακα δεν είναι παρά αποτέλεσμα της διάχυτης παρουσίας τους. Η avant-garde αρχιτεκτονική και η πολεοδομία περνά ένα κύκλο προσαρμογής για να καταφέρει να οργανωθεί και να διαχειριστεί την πολυπλοκότητα της μετά-φορντικής κοινωνίας. Πάνω από τις τεχνικές του παραμετρικού σχεδιασμού που επιστρατεύεται ο Schumacher για την αντιμετώπιση του αιτήματος αναγνωρίζει ένα «Διεθνές στυλ», το οποίο βρίσκεται στην ώριμη φάση του ενσωματώνοντας ιδέες, υπολογιστικές αλγοριθμικές τεχνικές και μορφολογικές πρωτοτυπίες, αποτελώντας το κυρίαρχο παράδειγμα στην αρχιτεκτονική και το σχεδιασμό.
Η παραμετρικότητα αντιπροσωπεύει, ουσιαστικά, την κυρίαρχη τάση της εποχής στη χρήση παραμετρικών εργαλείων - εισάγοντας και τη διάσταση του βιομορφισμού - η επιδιωκόμενη αισθητική είναι η «η κομψότητα της οργανωμένης πολυπλοκότητας και η ροϊκότητα».
Μέχρι αυτό το σημείο οι δύο απόψεις συγκλίνουν. Η βασική τομή βρίσκεται στη διατύπωση του Schumacher πως πρέπει να δοθεί λειτουργικός ορισμός του «στυλ» και να διατυπωθούν οι γενικές οδηγίες, αρχές και κανόνες για την επεξεργασία και αξιολόγηση του παραμετρικού σχεδιασμού. Σε αντίθεση, ο Τερζίδης προτείνει, ως εναλλακτική επιλογή, τα αλγοριθμικά συστήματα που μπορούν να αναπαραστήσουν «κάθε πιθανή λύση», απαντώντας στην ντετερμινιστική γενιά της μορφής που γεννιέται από «το τίποτα», χωρίς να αποσαφηνίζει το όρια και τις υπολογιστικές αρχές του σχεδιασμού αυτού. Υποστηρίζει στο βιβλίο του πως η υπολογιστική (computation) επεκτείνει τους πιθανούς περιορισμούς της ανθρώπινης φαντασίας κι ότι ο υπολογιστής ως σχεδιαστικό εργαλείο έχει περιορισμένες δυνατότητες διότι οι σχεδιαστές δεν εκμεταλλεύονται τη δύναμη που τους προσφέρει. Σύμφωνα με τον Τερζίδη η μέθοδος αυτή είναι τεχνητή αλλά δεν μπορεί να οριστεί από κανόνες και κώδικες λόγω των απεριορίστων δυνατοτήτων που προσφέρει. Ο σχεδιαστής ορίζει τις παραμέτρους αλλά μέσα από τη λογική της «πολυπλοκότητας» γεννιούνται άπειρες πιθανότητες τις οποίες δεν ελέγχει. Ενώ, στο κείμενο του, ο Schumacher θεωρεί αναγκαία συνθήκη του σχεδιασμού οι υποθέσεις να γίνουν ελέγξιμες, για να γίνει ο ίδιος ο παραμετρισμός λειτουργικός. Έτσι το «νέο στυλ», λειτουργικά, βασίζεται σε μια μεθοδολογική επιστημονική διαδικασία, δηλαδή σε θετικές και αρνητικές ευεργετικές μεθόδους, taboos και δόγματα ώστε να καθοδηγεί την επεξεργασία του σχεδιασμού και την αξιολόγησή του.
Ο Schumacher τονίζει πως για να πετύχει η καθιέρωση της καινοτομίας και για να κριθεί και η αντοχή του στο χρόνο είναι αναγκαίο να τηρηθούν αυστηρά οι μορφές και οι επιβολές (taboo και δόγματα) της παραμετρικότητας. Η διαφορά του «νέου στυλ» με τα προηγούμενα βασίζεται στην απόλυτη συνέπεια της τήρησης των αρχών του.
Στη συνέχεια, επιλέγει να τοποθετηθεί απέναντι στο Μινιμαλισμό, χαρακτηρίζοντάς τον ως «πραγματιστικό Μοντερνισμό», ο οποίος είναι ήδη «mainstream». Στόχος του παραμετρισμού είναι η ηγεμονία του και η ανατροπή του «εκλεπτυσμένου μετά-μοντερνισμού». Κλείνοντας, το άρθρο του επιβεβαιώνει την απόλυτη εμπιστοσύνη του στα εργαλεία του παραμετρικού σχεδιασμού και επισφραγίζει την καθολικότητά του, αφού η παραμετρική συνέχεια είναι αυτή που διαμορφώνει ένα ενιαίο «στυλ». «Ο παραμετρισμός είναι έτοιμος να γίνει mainstream». «Ο πόλεμος των στυλ έχει αρχίσει».
Συμπερασματικά, τα δύο κείμενα μας δίνουν ολοκληρωμένη την εικόνα της εξέλιξης των αρχιτεκτονικών τάσεων την τελευταία δεκαετία. Ο Τερζίδης, το 2003, μας μεταφέρει την προβληματική του για την νέα προσέγγιση της Αρχιτεκτονικής που αφορά στη χρήση υπολογιστικών συστημάτων για την εξερεύνηση και παραγωγή νέων μορφών και ο Schumacher, το 2010, με το μανιφέστο του έρχεται να διακηρύξει, πλέον, το «νέο στυλ» το οποίο αποκτά όνομα: «παραμετρικότητα», ώστε να είναι καθολικά αναγνωρίσιμο. Ο Τερζίδης, όμως, παρουσιάζει και τις αντίθετες απόψεις για τον αλγοριθμικό σχεδιασμό και δεν στοχεύει μόνο στην ηγεμονία της παραμετρικότητας, όπως ο Schumacher. Στην πραγματικότητα, οι προηγμένες χώρες αναπτύσσουν την avant-garde για να διατηρήσουν την εξουσία τους ως προηγμένη. Οπότε πρέπει να αναρωτηθούμε τι μπορεί να κάνει το «νέο στυλ» για τον πολιτισμό που δεν εντάσσεται στους κύκλους της πρωτοπορίας;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου