Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Παλαιολόγου Μαρία

Συστηματική Προσέγγιση

Μέσα από έρευνες και μελέτες που εκδίδονταν τη δεκαετία του ’50 και του ’60 στη Γερμανία αρχικά, και αργότερα σε Αγγλία, Η.Π.Α. και Καναδά, εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον για μεθόδους που να κατευθύνουν τη σχεδιαστική πρακτική ανεξάρτητα από το αντικείμενό της. Η κατεύθυνση αυτή ωθήθηκε ακόμα περισσότερο από την τότε έλλειψη θεωρητικής κατάρτισης και εμπειρίας στον πολεοδομικό προγραμματισμό μεγάλης κλίμακας. Η τελευταία έλλειψη παρατηρήθηκε μετά την εισαγωγή του πολεοδομικού προγραμματισμού στα πανεπιστήμια, όπου η θεωρητική προσέγγιση και η εφαρμογή κινούνταν σε διαφορετικά επίπεδα.

Ο αστικός σχεδιασμός, έτσι, αποτέλεσε την εναρκτήρια βάση για μια σφαιρικότερη και μεγαλύτερης κλίμακας θεωρητική προσέγγιση στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Επιπλέον, η πολυπλοκότητα της σύνθεσης και τα πολύπλευρα προβλήματα του σχεδιασμού ενός τεχνητού περιβάλλοντος απελευθερώνουν τον αρχιτέκτονα από τη συμβατική λογική.

Ο πολεοδομικός προγραμματισμός και ο αστικός σχεδιασμός εμφανίζουν αναλογίες ως προς τη λήψη αποφάσεων, το χειρισμό πληροφοριών και την επίλυση προβλημάτων, καθώς επίσης και ένα κοινό επίπεδο, αυτό του χειρισμού των λειτουργικών ενοτήτων. Έτσι, επιτρέπεται η εφαρμογή κοινών μεθόδων για τη διευκόλυνση λήψης αποφάσεων ή την επίλυση προβλημάτων.

Η συστηματική προσέγγιση στο σχεδιασμό του αστικού χώρου εξετάζεται ως προς δυο άξονες: τις βασικές αρχές της και την επιστημονική φυσιογνωμία της.

Οι αρχές της συστηματικής προσέγγισης στο σχεδιασμό του αστικού χώρου βασίζονται στη θεμελιακή άποψη πως το αποτέλεσμα της σχεδιαστικής πρακτικής μπορεί να εγγυηθεί υψηλές ποιότητες μόνο όταν αναπτύσσεται μέσα από ορθολογικές και διαφανείς σχεδιαστικές διαδικασίες.

Βασική προϋπόθεση για τη συστηματική προσέγγιση στο σχεδιασμό είναι ο προσδιορισμός των σκοπών, των μεταβλητών και των κριτηρίων που θα προσδιορίσουν την ορθότητα της σχεδιαστικής πρότασης. Ο προσδιορισμός αυτός προϋποθέτει μια αναλυτική διεργασία, στα πλαίσια της οποίας θα πρέπει να οριστικοποιηθούν όλες οι αποφάσεις και να οριοθετηθούν οι επιλογές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο καθαυτός σχεδιασμός αποσαφηνίζεται και επιτυγχάνεται με μεγαλύτερη ευκολία. Γίνεται έτσι αντιληπτό ότι η συστηματική προσέγγιση υποστηρίζει την αναγκαιότητα της ολοκλήρωσης της αναλυτικής φάσης πριν την αρχή της συνθετικής δραστηριότητας. Οι δύο αρχές που αντιπροσωπεύουν αυτή την άποψη είναι η ελεγχόμενη σχεδιαστική διαδικασία, όταν δηλαδή ο σχεδιαστής δεν μπορεί να επέμβει αυθαίρετα στις αρχικές αποφάσεις της σχεδιαστικής δράσης (εγκατάσταση ενός ελεγχόμενου feed-back), και η παραδοχή ότι η ανάλυση ενός σχεδιαστικού προβλήματος είναι ανεξάρτητο από κάθε συνθετική δραστηριότητα.

Οι τρεις φάσεις που θεωρείται πως ακολουθεί η συστηματική προσέγγιση στο σχεδιασμό είναι η ανάλυση, η σύνθεση και η αξιολόγηση. Η ανάλυση είναι η συστηματική διερεύνηση του προβλήματος, προσανατολισμένη στον εντοπισμό των απαιτήσεων, των στόχων και των επιδιώξεων που πρέπει να εξασφαλιστούν και η αξιολόγηση είναι στην ουσία ο έλεγχος του σχεδιαστικού αποτελέσματος και κατά πόσον αυτό είναι συνεπές με την αρχική ανάλυση. Εδώ πρέπει να τονιστεί πως βασική επιδίωξη στη συστηματική μέθοδο σχεδιασμού είναι η γραμμικότητα στη διαδοχή των φάσεων, δηλαδή η αναγκαιότητα ολοκλήρωσης της μιας φάσης για να ξεκινήσει η επόμενη.

Συνεχίζοντας, η διαφάνεια στη σχεδιαστική διαδικασία έχει τα εξής θετικά χαρακτηριστικά: α. Ο ορθολογισμός των φάσεων επιτρέπει στα πρόσωπα που εμπλέκονται στη σχεδιαστική διαδικασία να κρίνουν εάν και κατά πόσο συμφωνούν με τις επιλογές που γίνονται στις διάφορες φάσεις του σχεδιασμού, β. Η κατάτμηση της σχεδιαστικής διαδικασίας διευκολύνει την ομαδική εργασία, γ. Η διαφάνεια της σχεδιαστικής διαδικασίας εξασφαλίζει καλύτερη επικοινωνία μεταξύ των ατόμων που συμμετέχουν σε αυτή, δ. Διευκολύνεται η αξιοποίηση της εμπειρίας που αποκτήθηκε από την εφαρμογή παρόμοιων συστηματικών προσεγγίσεων στο σχεδιασμό και ε. Η αναζήτηση περισσότερης διαφάνειας στην πορεία της σύνθεσης ενισχύει την απόκτηση βαθύτερης γνώσης των ζητημάτων της σχεδιαστικής πρακτικής.

Όσον αφορά την επιστημονική φυσιογνωμία της συστηματικής προσέγγισης στη σχεδιαστική διαδικασία, το «πάντρεμα» επιστήμης και σχεδιασμού αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας του τελικού αποτελέσματος της σχεδιαστικής πρακτικής και την εξέλιξή του. Έχει τις ρίζες του στο Bauhaus, το οποίο εισήγαγε δύο θεμελιώδεις στρατηγικές στο σχεδιασμό, την άρνηση κάθε ιστορικής μελέτης στον αρχιτεκτονικό χώρο αποβλέποντας σε μια πρακτική απαλλαγμένη από παραδοσιακές αξίες και την προσέγγιση του σχεδιασμού σαν μια δισδιάστατη διαδικασία επίλυσης λειτουργικών προβλημάτων (ανάλυση και σύνθεση).

Το μοντέλο ανάλυση-σύνθεση-αξιολόγηση που αναφέρθηκε σε προηγούμενη παράγραφο και αυτό του Bauhaus αφορούν την ίδια τη διαδικασία του σχεδιασμού, διαφέρουν όμως στην ανάλυση. Στο πρώτο, η ανάλυση είναι μια εκτενής επεξεργασία του προγράμματος που στοχεύει στην απλοποίηση της συνθετικής πρακτικής με ταξινομήσεις, κατατάξεις και ιεραρχήσεις, ενώ στο δεύτερο η ανάλυση αποβλέπει στον προσδιορισμό του προβλήματος, όπως αυτό γίνεται αντιληπτό από την έλλειψη ικανοποίησης στην υπάρχουσα κατάσταση. Στο Bauhaus, το κτηριολογικό πρόγραμμα συγκεντρώνει με αντικειμενικά κριτήρια όλες τις απαιτήσεις ενός κτιρίου και η σύνθεση εκφράζει, ουσιαστικά, τη διαδικασία του σχεδιασμού που μορφοποιεί το πρόγραμμα αυτό.

Η επιστημονική γνώση, η οποία γίνεται συνειδητά αναγκαία από τη δεκαετία του ’50, προσπαθεί σε συνδυασμό με την συστηματική προσέγγιση να λύσει δύο κατηγορίες προβλημάτων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την ποσοτικοποίηση των ποιοτήτων, με άλλα λόγια τη μετάφραση σε ποσοτικές εκφράσεις όλων των ποιοτήτων του χώρου με λογικούς, μαθηματικούς και ορθολογικούς όρους. Η μαθηματικοποίηση όλων των στοιχείων του σχεδιασμού εξασφαλίζει τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων, τις προϋποθέσεις για την αλγοριθμοποίηση της σχεδιαστικής διαδικασίας και ένα ύφος αντικειμενικότητας στη σχεδιαστική πρακτική. Η δεύτερη κατηγορία σχετίζεται με την ίδια τη σχεδιαστική διαδικασία και αφορά στη μορφολογική συνέπεια της τελικής σχεδιαστικής πρότασης μετά την επεξεργασία των αρχικών στοιχείων.

Η θεωρητική και μεθοδολογική ανάπτυξη της συστηματικής προσέγγισης στο σχεδιασμό στηρίχθηκε σε δύο βασικές ενότητες: τη θεωρία αποφάσεων ή αλλιώς επιστήμη της συμπεριφοράς (Behavioral Science) και τη θεωρία συστημάτων (Systems Theory). Σύμφωνα με την πρώτη θεωρία, ο σχεδιασμός είναι μια διαδικασία επίλυσης προβλήματος και λήψης αποφάσεων. Η διαδικασία αυτή είναι μεταβλητή και ορίζεται από μια ευρύτερη οργανωμένη δομή με μεταβλητούς στόχους, που συνήθως αλληλοσυγκρούονται. Έτσι, οι εναλλακτικές προτάσεις προκύπτουν στη διάρκεια της διαδικασίας, σαν αποτέλεσμα των όρων της επιλογής και όχι μέσα από συνδυασμούς σκοπών και στόχων. Η δεύτερη θεωρία κάλυψε τις τυπικοποιήσεις της σχεδιαστικής διαδικασίας. Βασική έννοια της θεωρίας αυτής είναι η έννοια του «συστήματος», δηλαδή ένα σύνολο από στοιχεία που διασυνδέονται με σχέσεις τόσο μεταξύ τους και μεταξύ των ιδιοτήτων τους, όσο και μεταξύ των τελευταίων και το περιβάλλον. Εδώ δεν εξετάζονται μόνο τα μεμονωμένα μέρη μιας διαδικασίας, αλλά και τα ουσιαστικά προβλήματα και οι οργανικές σχέσεις που προκύπτουν από τη δυναμική διαντίδραση των στοιχείων που διαμορφώνουν τις συμπεριφορές τους. Η θεωρία συστημάτων, έτσι, παρουσιάζεται σαν μια συνολική προσέγγιση λογικο-μαθηματικού χαρακτήρα και επιπλέον υποστηρίζει πως οι κοινωνικές δραστηριότητες εκλαμβάνονται σα συστήματα που λειτουργούν μέσα σε προκαθορισμένα όρια και διαμέσου συγκεκριμένων μετασχηματισμών. Η συγκεκριμένη προσέγγιση εμφανίζεται καταληκτικά ως ένα αυστηρά προσδιορισμένο σύστημα, με προσδιορισμένες εισροές, ελεγχόμενες εκροές και προκαθορισμένες εσωτερικές διαδικασίες.

Συνοψίζοντας, οι κυρίαρχοι ρυθμιστές της επιστημονικής φυσιογνωμίας και της συστηματικής προσέγγισης είναι δύο: Από τη μια μεριά η συστημική θεώρηση με τις επιστημονικές κατευθύνσεις θεωρητικού και μεθοδολογικού προσανατολισμού και από την άλλη η θεώρηση της συμπεριφοράς με περισσότερο ρεαλιστικές εκτιμήσεις των όρων και μηχανισμών που οριοθετούν τη σχεδιαστική διαδικασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου