Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Δήμου Ιωάννα

ΜΕΤΑ-ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Με αιτία την ‘’ασάφεια’’ που μπορεί να περικλείει τον όρο του σχεδιασμού, στα πλαίσια κάθε προσέγγισης διατυπώνονται προβληματισμοί γύρω από την μορφή και την οργάνωση του δομημένου περιβάλλοντος. Έτσι και στα πλαίσια της μετα-μοντέρνας προσέγγισης παρουσιάζονται προβληματισμοί με κύριο χαρακτηριστικό το γεγονός ότι πυρήνας αυτών είναι η ριζική και συνολική αντίθεση στις αρχές του μοντέρνου κινήματος και του διεθνούς στυλ.
Η μετα-μοντέρνα λοιπόν προσέγγιση έρχεται να απορρίψει τις προγενέστερες σχεδιαστικές αρχές, να καταγγείλει τον φονξιοναλισμό για τον χειρισμό του πολίτη σαν γενικό άνθρωπο – τύπο, την αποστασιοποίηση και τον παραμερισμό του κοινωνικού του ρόλου, να αμφισβητήσει τον ορθολογισμό θεωρώντας υποτιθέμενη την αντικειμενικότητα των ‘’επιστημονικών’’ προτάσεων για την χωροργάνωση και μέσα από αυτή την διαδικασία κριτικής ,με προσφιλές πάντα θέμα την αποκάλυψη των αντιφάσεων και των αδυναμιών του Μοντέρνου κινήματος, οδηγείται σε μία διαφοροποίηση του τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης του χώρου. Έτσι κατανοούμε ότι αυτό που σήμερα αποδίδεται με τον όρο ‘’μετα- μοντέρνα’’ δεν συνιστά ένα συγκροτημένο πλαίσιο σκέψης και δράσης αλλά ένα ετερόκλιτο σύνολο απόψεων που αντιτίθενται στις αρχές και τις πρακτικές του Μοντέρνου.
Η μετα-μοντέρνα προσέγγιση εμφανίζει τρείς κεντρικούς άξονες προβληματισμού και δράσης στην τρέχουσα σχεδιαστική πρακτική. Ο πρώτος από αυτούς αφορά την προϋπάρχουσα σχέση μορφής – λειτουργίας και επιζητά την ρήξη της. Υποστηρίζοντας ότι η μορφολογική επεξεργασία των χωρικών μορφών που προτείνει η αρχιτεκτονική είναι από τις δραστηριότητες που την αφορούν κατά κύριο λόγο, καταγγείλει την εξάρτηση της μορφής από την λειτουργία σαν αιτία μετατόπισης του ενδιαφέροντος έξω από αυτή. Στη μετα- μοντέρνα προσέγγιση η αντίληψη για τον χώρο απορρίπτει την υπαγόρευση όλων των οργανωτικών και μορφολογικών επιλογών από την λειτουργία. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι κρατώντας μία τέτοια στάση, η εξάρτηση της μορφής από την λειτουργία τείνει να εντάξει την σχεδιαστική πράξη στη λογική της τεχνικής, η οποία με την σειρά της την μετασχηματίζει σε σύστημα κυριαρχίας, έχοντας ως συνέπεια τον περιορισμό στις ποιότητες του δομημένου χώρου στη χρηστική τους διάσταση αλλά και την εξομοίωση των χωρικών στοιχείων με καταναλωτικά αντικείμενα. Σημαντικό είναι όμως να γίνει κατανοητό ότι έτσι δεν παύει να ενδιαφέρεται για την λειτουργία, απλά οι κύριες προϋποθέσεις για την επινόηση μορφών των χωρικών στοιχείων και του δομημένου περιβάλλοντος δεν προσανατολίζονται προς την απαίτηση μοναδικής αντιστοιχίας μορφής και χρήσης απαραίτητα. Ο τονισμός και ίσως συχνά υπερτονισμός της σημασιολογικής διάστασης της χωρικής μορφής οδηγεί σε υποχώρηση της λειτουργικής διάστασης. Σαν αποτέλεσμα, η θεωρητική συζήτηση, απόρροια της ρήξης στη σχέση μορφής – λειτουργίας επικεντρώνεται στη μορφή συνδέοντας την και παράλληλα περιγράφοντάς την με το νοηματικό της περιεχόμενο, διαμορφώνοντας ένα γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο για την ανάπτυξη των πρακτικών παρέμβασης στο χώρο.
Επιπρόσθετα, η μετα-μοντέρνα προσέγγιση σαν δεύτερο κεντρικό άξονα του προβληματισμού της για τον χώρο εισάγει την διαφοροποίηση της στάσης απέναντι στην ιστορία. Ζωτικός εμφανίζεται ο ρόλος της ιστορίας στην διαμόρφωση του θεωρητικού λόγου για τον χώρο παρουσιάζοντας δύο γνωρίσματα. Το ένα αφορά τη θεώρηση της ιστορίας, δηλαδή την επιστημολογική αντιμετώπιση της γνώσης που παρέχει και εκμετάλλευσή της από τους θεωρητικούς του χώρου και το άλλο στην χρήση της ιστορίας, δηλαδή την ενσωμάτωσή της στα θεωρητικά επιχειρήματα και τους σκοπούς αυτής της ενέργειας. Η ιστορία λειτουργεί σαν απόδειξη γνώσης η οποία καλύπτει τις ιδεολογικές συνιστώσες οι οποίες διαμορφωμένες πάντα μέσα στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες επηρεάζουν τον τρόπο χειρισμού του αστικού και αρχιτεκτονικού χώρου. Η μετα- μοντέρνα προσέγγιση λοιπόν ζητά ένα επιστημολογικό επαναπροσδιορισμό της ιστορικότητας και της ιστορίας του δομημένου περιβάλλοντος, ως βάση για την αντιμετώπιση μορφολογικών ζητημάτων που προέκυψαν από την ρήξη της σχέσης μορφής- λειτουργίας. Προτείνεται λοιπόν η ιστορία σαν γεννήτορας της μορφής. Είναι σωστό όμως να επισημανθεί ότι η σύγχρονη στροφή προς το παρελθόν δεν προσανατολίζεται προς μία συγκεκριμένη ιστορική περίοδο που λειτουργεί σαν μοντέλο προς επανάληψη αλλά προς την πολιτισμική ιδιομορφία και την τοπικότητα εξαρτώμενη από το είδος και τον τόπο της χωρικής επέμβασης. Ακόμα, δεν ζητά αυτούσια μεταφορά του παρελθόντος στο μέλλον, αλλά ελεύθερη επιλογή και εφαρμογή στοιχείων μορφών του παρελθόντος στο σχεδιασμό. Συμπερασματικά, οι μετα-μοντέρνες προσεγγίσεις δεν επιδιώκουν, μέσω της ιστορίας, μία νοσταλγική αναβίωση του παρελθόντος αλλά αναζητούν στην ιστορία τα νοήματα των χωρικών μορφών για να διαμορφώσουν νέα χωρικά σημεία τα οποία θα παραπέμπουν στην ιστορική εξέλιξη και την πολιτισμική ιδιαιτερότητα νομιμοποιώντας την μορφολογική απόδοση του χώρου όχι πια με την λογική του προγράμματος αλλά της ιστορικής ιδιομορφίας.
Ο τελευταίος άξονας της μετα-μοντέρνας προσέγγισης αφορά την μετατόπιση του ενδιαφέροντος στον αστικό χώρο. Μορφολογική και ιστορική συνέχεια του αστικού χώρου αποτελούν θεμελιώδεις και αλληλοσυνδεόμενες αρχές της μετα-μοντέρνας σχεδιαστικής πρακτικής και κάνουν τον αστικό χώρο το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, σε βαθμό που πλέον συνιστά τον φορέα του νοήματος του οργανωμένου και κτισμένου χώρου. Για ακόμη μία φορά οι προτάσεις της μετα-μοντέρνας προσέγγισης καταγγείλουν το Μοντέρνο κίνημα και το απομονωμένο κτίριο που βρίσκεται τοποθετημένο σε ένα εκτενή και ομοιογενή χώρο πρασίνου αποτελεί τώρα παράδειγμα προς αποφυγή. Η μεταμοντέρνα προσέγγιση προτείνει την αντιμετώπιση του αστικού χώρου σαν ενοποιημένο, συνεκτικό σύνολο όπου τόσο τα κτίρια όσο και οι ελεύθεροι (μη δομημένοι) χώροι που το περιβάλλουν δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.
Εμφανίζεται έπειτα και η έννοια του ‘’αστικού ιστού’’ η οποία καταλαμβάνει κεντρικό ρόλο στις θεωρητικές αναζητήσεις αυτής της προσέγγισης. Η έννοια του αστικού ιστού εκφράζει την υλική και αντιληπτή δομή των στοιχείων που συνθέτουν τον αστικό χώρο και υπονοεί την ύπαρξη μίας φυσικής νομοτέλειας και μίας εξελικτικής ρευστότητας. Παράλληλα οι σχέσεις του αστικού ιστού με την κοινωνικότητα που περικλείει καθώς και ο τρόπος που την εκφράζει και τη σηματοδοτεί αποτελούν το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο νομιμοποιούνται οι μορφολογικές επιλογές.
Ακόμη, σαν μια γενική αρχή των μετα-μοντέρνων αναζητήσεων για την μορφή αλλά και την οργάνωση του αστικού χώρου, εμφανίζεται τώρα η αστικότητα. Μια γενική και θεμελιακή αρχή που προδιαγράφει, αν και όχι συστηματικά, τις ποιότητες οργάνωσης και μορφολογικής έκφρασης του αστικού χώρου.
Φυσικά, οι μετασχηματισμοί στις γενικές αρχές και στους κεντρικούς άξονες προβληματισμού επιφέρουν διαφοροποιήσεις στους θεωρητικούς προβληματισμούς για το σχεδιασμό των χωρικών μορφών. Η επιστημονική φυσιογνωμία των προγενέστερων προσεγγίσεων στο σχεδιασμό του χώρου εξαρτάται άμεσα από τις ιδιομορφίες κάθε προσέγγισης οι οποίες και καθορίζουν την βασική επιχειρηματολογία για την υποστήριξη των σχεδιαστικών διαδικασιών. Συγκεκριμένα , μία πρώτη εκτίμηση των θεωρητικών προτάσεων για τον σχεδιασμό του χώρου που διατύπωσε η μετα-μοντέρνα προσέγγιση είναι η συνέχεια της παράδοσης δανεισμού γνώσεων αφού η σημειωτική και ειδικότερα η γλωσσολογία αποτελούν τη βάση για την διατύπωση των σχεδιαστικών προτάσεων. Σαν αποτέλεσμα εμφανίζονται διαφοροποιήσεις των κύριων αξόνων του θεωρητικού λόγου για τον σχεδιασμό δομημένου περιβάλλοντος αφού χαρακτηριστικό γνώρισμα του θεωρητικού λόγου , της μετα-μοντέρνας προσέγγισης, είναι ότι μεταθέτει την έμφαση έξω από την σχεδιαστική πρακτική. Ο κύριος άξονας των ερευνητικών αναζητήσεων είναι τώρα η συγκρότηση ενός αυτόνομου επιστημονικού πεδίου με αντικείμενο τον κτισμένο και οργανωμένο χώρο, τη σχεδιασμένη και κατασκευασμένη αρχιτεκτονική και αστική μορφή. Όχι εγκατάλειψη μίας θεωρητικής συζήτησης για τον σχεδιασμό του χώρου αλλά διατύπωση ενός θεωρητικού λόγου που θα έχει σαν αντικείμενο του το δομημένο περιβάλλον σαν προϊόν της σχεδιαστικής δράσης και με την σειρά του εξασφαλίζει καλύτερες προϋποθέσεις σχεδιασμού και συνεισφορά ,όσο είναι δυνατή ,όλων των άλλων γνωστικών περιοχών είναι αυτό που θέλει να πετύχει η μετατόπιση της έμφασης. Θεωρείται επιπλέον ότι η συγκρότηση αυτού του αυτόνομου γνωστικού πεδίου θα απαλλάξει τη συζήτηση για τον σχεδιασμό και την σχεδιαστική πρακτική από την εσωτερική λογική των γνωστικών περιοχών που τον κατευθύνουν.
Καταληκτικά ,οι θεωρητικές απόψεις της μετα-μοντέρνας προσέγγισης αντιμετωπίζουν το σχεδιασμό σα μια πράξη συνδυασμού η σύνταξης διακεκριμένων ενοτήτων με στόχο την παραγωγή χωρικών οργανώσεων και μορφών που να φέρουν κάποιο νόημα. Η στάση αυτή απέναντι στον σχεδιασμό έχει σαν αποτέλεσμα μία ριζική αναθεώρηση της σχεδιαστικής διαδικασίας και της μεθόδου που ακολουθεί γι’ αυτό και η σχεδιαστική διαδικασία που πηγάζει από τις μετα-μοντέρνες συζητήσεις εμφανίζει ποικίλες διαφοροποιήσεις από τις προγενέστερες προσεγγίσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου