Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Στρατής Γεωργίου

     Μεταμοντέρνα προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό


      Μετά το 1960, παρατηρούνται μετατοπίσεις και αλλαγές στο θεωρητικό πλαίσιο τόσο στη θεώρηση του ανθρώπου όσο και στη θεώρηση του χώρου που με τη σειρά τους επηρεάζουν το ρόλο του σχεδιαστή /σχεδιαστικής διαδικασίας -και συνεπαγόμενα τη χωρική αντιμετώπιση, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί. Μέχρι τότε, στο επίκεντρο του θεωρητικού λόγου βρισκόταν ο σχεδιαστής και μέσω αυτού υποστήριζε τη σχεδιαστική δραστηριότητά του και νομιμοποιούσε τις επιλογές που πραγματοποιούσε (έμφαση στη διερεύνηση και καταγραφή διαδικασίας-συστηματική προσέγγιση, αποκρυπτογράφηση διανοητικών λειτουργιών σχεδιαστή-δημιουργική προσέγγιση).
      Τη δεκαετία του 1970, παρατηρείται ρήξη στη σχέση υποκειμένου-σχεδιαστή και σχεδιαστικού αντικειμένου, όπως αυτή είχε δομηθεί μέχρι τότε. Στη σχέση αυτή πλέον σημαντικό ρόλο παίζει το υποκείμενο-αποδέκτης του αντικειμένου, όπου κατέχει κεντροβαρή θέση. Ο αποδέκτης δεν φέρει πλέον τον χαρακτήρα του ανθρώπου-προτύπου που εισάγεται με τον Διαφωτισμό και συνεχίζει μέχρι το Μοντέρνο Κίνημα και το 1960. Αντίθετα, δίνεται έμφαση στην κοινωνικο-πολιτισμική του ταυτότητα, γεγονός που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίον ο σχεδιαστής διαμορφώνει το αντικείμενο. Αποτέλεσμα αυτής της μετατόπισης της θεώρησης του υποκειμένου, είναι και μετατόπιση της θεώρησης του χώρου, όπου πλέον κύριο ρόλο δε διαδραματίζει η λειτουργική (φονξιοναλιστική) επίλυσή του αλλά η σημασιοδότησή/νοηματοδότησή του.
      Επιπρόσθετα, ο σχεδιαστής δεν έχει τον ρόλο του ειδικού, όπου αποκλειστικά οι γνώσεις του,  η ορθολογικότητα και η αντικειμενικότητα των αποφάσεών του θα καθορίζουν το σχεδιαστικό αντικείμενο. Η αποδοχή του υποκειμένου αποδέκτη με το κοινωνικο-πολιτισμικό προφίλ οδηγούν το σχεδιαστή να παίρνει αποφάσεις οι οποίες έχουν πολιτικό και πολιτισμικό αντίκτυπο, έτσι αποκτά ρόλο ανιχνευτή των χαρακτηριστικών και ταυτοτήτων των αποδεκτών.

     Υπό την επιρροή των θεωρητικών αυτών μετατοπίσεων, η μετα-μοντέρνα προσέγγιση έρχεται να σταθεί κριτικά και αντιθετικά απέναντι στο Μοντέρνο Κίνημα και τις αρχές του, που συνεχίζουν να ενυπάρχουν στης προγενέστερες προσεγγίσεις. Μια από τις κύριες ενστάσεις αφορούν στη θεώρηση του άνθρωπου. Η εμμονή του μοντέρνου στον φονξιοναλισμό οδήγησε στη θεώρηση του ατόμου ως ενός γενικευμένου, απρόσωπου και αδιαφοροποίητου χρήστη που αδιαφορεί για τον κοινωνικό του ρόλο και την κοινωνικο-πολιτισμική του ταυτότητα. Στο επίπεδο του χώρου και της πόλης, η ως τότε αντικειμενική και ορθολογική αντιμετώπιση φαίνεται να παράγει χωρικές δομές όπου στην ουσία κατακερματίζουν το δομημένο περιβάλλον και επηρεάζουν αρνητικά το περιβάλλον διαβίωσης, έτσι γίνεται προσπάθεια εύρεσης νέων τρόπων παραγωγής και κατανάλωσης του χώρου. Από τις πιο έντονες ενστάσεις του μετα-μοντέρνου είναι η ξεγύμνωση της μορφής από τη συμβολική της διάσταση που παρατηρείται στο Μοντέρνο, καθώς η φονξιοναλιστική και ορθολογιστική τακτική και η τάση για απλοποίηση και εκλογίκευσή της, την κατέστησαν κενή νοήματος.

     Το μετα-μοντέρνο ως προσέγγιση δεν χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια και συγκροτημένο περίγραμμα σκέψης και δράσης αλλά από ετερόκλιτο σύνολο απόψεων που ως κύριο στόχο έχουν την εκδήλωση της αντίθεσης στο Μοντέρνο. Χαρακτηριστικό είναι ότι δράσεις του μετα-μοντέρνου χαρακτηρίζονται από εκλεκτικιστικές ως και ριζοσπαστικές και νεωτεριστικές. Μπορούν όμως να εντοπιστούν κάποιες κύριες κατευθυντήριες αρχές που διαμορφώνουν μια κοινή γραμμή πλεύσης, πάντα σε σύγκριση και αντίθεση με το Μοντέρνο. Αυτές αποτελούν στη σχέση της μορφής με τη λειτουργία, τον τρόπο με τον οποίον χρησιμοποιούν/ερμηνεύουν την ιστορία και ιστορικά δεδομένα, την έμφαση στη κλίμακα του αστικού σχεδιασμού και τέλος στην έννοια της αστικότητας που εμφανίζεται αυτή τη περίοδο.

     Ως προς τη σχέση λειτουργίας και μορφής, η ως τότε εξάρτηση της δεύτερης από την πρώτη προσπαθεί να καταρριφθεί. Αυτή η εξάρτηση φαίνεται να μετατοπίζει το ενδιαφέρον της επεξεργασίας των χωρικών μορφών έξω από το πεδίο της αρχιτεκτονικής και επιπρόσθετα εκμηδενίζει τις ποιότητες του χώρου και να τις περιορίζει καθαρά και μόνο στις χρηστικές απαιτήσεις, εξομοιώνοντας τα χωρικά στοιχεία ως κενά καταναλωτικά αντικείμενα. Προς αποκατάσταση της σχέσης αυτής, η μετα-μοντέρνα προσέγγιση δεν υποστηρίζει ότι πρέπει να απορρίπτονται εντελώς κριτήρια που διασφαλίζουν την λειτουργικότητα, αλλά υποστηρίζει ότι οι χωρικές μορφές και το δομημένο περιβάλλον δεν πρέπει να διακατέχονται αποκλειστικά από τη μονοσήμαντη σχέση λειτουργίας-μορφής. Η μορφή πλέον αποκτά σημασιολογική διάσταση. Αυτονομείται από τη λειτουργία/χρήση και αυτή η αυτονόμηση εκφράζεται μέσω της νοηματοδότησής και το ενδιαφέρον στρέφεται σε αναλύσεις περιγραφές και θεωρήσεις που ως βάση έχουν γλωσσολογικές μελέτες. Μέσω των γλωσσολογικών μελετών, η χωρική μορφή αναλύεται και ορίζεται από σημαίνουσες ενότητες και μοναδιαία στοιχεία από τα οποία δομείται η «γλώσσα» της μορφής. Αυτή η γλώσσα μπορεί να υποστηρίξει την μορφή ως αυτόνομη ύπαρξη και περαιτέρω να δημιουργήσει έναν λόγο του χώρου που μπορεί να διεκδικήσει θεωρητική και επιστημονική αυτονομία. Η σχέση που επικρατεί τώρα είναι αυτή της μορφής-νοήματος η οποία διακατέχεται από τυπολογίες που την κωδικοποιούν, αντικαθιστώντας την σχέση μορφής λειτουργίας η οποία δεν παύει να υπάρχει αλλά πάλι μέσω των γλωσσολογικών μελετών τεκμηριώνεται και αναθεωρείται από τη συμβατική σχέση σημαίνοντος-σημαινόμενου.   

      Σημαντικό στοιχείο της μετα-μοντέρνας προσέγγισης είναι η διαφοροποίηση της στάσης απέναντι στην ιστορία. Από την περίοδο της Αναγέννησης μέχρι και πρόσφατα, η ιστορία έπαιζε και παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση θεωρητικού λόγου για τον χώρο, ακόμα και στο Μοντέρνο Κίνημα. Ο ρόλος χαρακτηρίζεται από δύο γνωρίσματα:
      Το ένα αφορά την επιστημολογική αντιμετώπισή της. Οι αναφορές που χρησιμοποιούνται χαρακτηρίζονται γενικά από περιγραφή γεγονότων σε μια χρονική εξέλιξη και διαμορφώνονται με τρόπο καταγραφικό. Οι αναφορές αυτές αποτελούν περιγραφή χωρικών μορφών και οργανώσεων που σχετίζονται επιλεκτικά με κοινωνικές συνιστώσες, αναγόμενες στην εκάστοτε εποχή αυτού που τις επικαλείται.
      Το άλλο αφορά τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνεται η ιστορία στα θεωρητικά επιχειρήματα και τις σκοπιμότητες αυτής της ενσωμάτωσης οι οποίες έχουν κυρίως νομιμοποιητικό χαρακτήρα, σταθεροποιώντας την στάση μιας άποψης. Λειτουργεί δηλαδή σαν απόδειξη γνώσης που συγκαλύπτει ιδεολογικές συνιστώσες που διαμορφώνουν τις εκάστοτε σύγχρονες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και επηρεάζουν τον σχεδιασμό του αστικού και αρχιτεκτονικού χώρου.
      Η μετα-μοντέρνα προσέγγιση δεν κατακρίνει μόνο την ανιστορικότητα του Μοντέρνου Κινήματος και την ανικανότητά του να αναγνωρίσει την ευριστική αξία της ιστορίας σε μορφολογικά ζητήματα. Λόγω της ρήξης μορφής λειτουργίας, οι σχεδιαστές στρέφονται σε νέες πηγές για επίλυση μορφολογικών ζητημάτων. Η στροφή αυτή γίνεται σε μορφές της ιστορίας της αρχιτεκτονικής έτσι η ιστορία γίνεται γεννήτορας της μορφής. Ωστόσο αυτή η στροφή στο παρελθόν είναι διαφορετική από αντίστοιχες στροφές που σημειώθηκαν κατά το παρελθόν.
      Η πρώτη διαφοροποίηση έγκειται στο ότι η στροφή αυτή δεν περιορίζεται στην αναβίωση μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου αλλά η επιλογή αυτή εξαρτάται από το είδος και τον τόπο της χωρικής επέμβασης. Η δεύτερη είναι ότι δεν γίνεται καθολική και αυτούσια αναβίωση μιας ιστορικότητας. Επιδιώκεται μια ελεύθερη επιλογή χρήση μορφολογικών στοιχείων –τύπων- κατά τον σχεδιασμό, με τρόπο ίσως και εκλεκτικιστικό. Η τρίτη είναι ότι δεν επιδιώκεται μια νοσταλγική αναβίωση η διατήρηση του παρελθόντος. Οι προσεγγίσεις αναζητούν στην ιστορία τα νοήματα των ιστορικών μορφών, προκειμένου να διατυπώσουν νέα χωρικά σημεία που θα εξασφαλίζουν ιστορική συνέχεια.
     
      Στη μετα-μοντέρνα προσέγγιση έμφαση δίνεται στον αστικό ιστό και τον αστικό χώρο και κατά πόσο και πως θα μπορεί να είναι φορέας νοήματος του οργανωμένου και κτισμένου χώρου. Η τακτικές του Μοντέρνου (zoning, απομάκρυνση κατοικίας, τεχνολογικές εξελίξεις, απομονωμένο κτίριο σε μία «θάλασσα» πρασίνου) κρίνονται επιζήμιες του αστικού ελεύθερου χώρου και πληγώνουν την εικόνα της πόλης. Ακόμη η αποκλειστική αφοσίωση σε δύο κλίμακες στο Μοντέρνο – πολεοδομική και αρχιτεκτονική – παραμερίζεται η κλίμακα του άμεσα βιωμένου αστικού χώρου που αντιμετωπίζεται σαν ένα «υπόλοιπο» κενό ανάμεσα στις δύο κλίμακες. Προτεινόταν ένας χώρος καθαρός αλλά νεκρός, ομοιογενής, που ισοπεδώνει κοινωνικοπολιτικές διαφορές.
     Ο αστικός χώρος αντιμετωπίζεται ως συνεκτικό, ενοποιημένο σύνολο που κτίρια και ελεύθεροι χώροι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Εισάγεται η έννοια του αστικού ιστού, όρος που παραπέμπει σε ζωντανό οργανισμό, υπονοείται έτσι μια φυσική νομοτέλεια και μια εξελικτική ρευστότητα. Παράλληλα το πλαίσιο των μορφολογικών επιλογών νομιμοποιείται μέσω της κοινωνικότητας που εγκλείει ο αστικός ιστός και ο τρόπος που την εκφράζει και τη συγκροτεί συγχρονικά και διαχρονικά.  

     Ο όρος «αστικότητα» χαρακτηρίζει την αντιμετώπιση της μετα-μοντέρνας προσέγγισης στον σχεδιασμό του αστικού χώρου και προσπαθεί να αρθρώσει το κοινωνικό στοιχείο με το χωρικό. Το φιλολογικό περιεχόμενο του όρου δεν αφήνει περιθώριο να οριστεί με επιστημονική αυστηρότητα οπότε ερμηνεύεται με διαφορετικά κριτήρια/περιεχόμενα κάθε φορά. Ωστόσο υπάρχουν τρία κοινά χαρακτηριστικά που μπορούν να διαμορφώσουν μια ενιαία αντίληψη -  η κριτική και αντιδραστική στάση έναντι του Μοντέρνου κινήματος, η ερμηνεία της πόλης ως καθολικό αντικείμενο, προϊόν συλλογικής δράσης και πολιτισμού και τέλος η προσπάθεια να καθοριστούν τα στοιχεία που καθιστούν τον αστικό ιστό ένα φαινόμενο που μπορεί να ερμηνευθεί ως μια ολότητα μέσα στο κοινωνικο-πολιτιστικό της πλαίσιο και να αναπαράγεται μέσω συνειδητών δράσεων.
      Μια άλλη έννοια που συνυπάρχει με αυτή της αστικότητας, είναι αυτή του «τόπου», που εκπίπτει από την αποδοχή της αδιάρρηκτης σχέσης κοινωνικού και χωρικού περιβάλλοντος, της βιωματικής σχέσης με το κτισμένο περιβάλλον και των σημειολογικών φορτίσεων. Η έννοια του τόπου έρχεται να αντικαταστήσει αύτη του χώρου του Μοντέρνου κινήματος, που συλλαμβάνεται σαν μια οντότητα που βασίζεται σε κανόνες και αξιώματα και χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια.


      Όλα τα παραπάνω συγκροτούν ένα θεωρητικό σχήμα που διαφοροποιείται από την επιστημονική φυσιογνωμία των προγενέστερων προσεγγίσεων, η οποία διαμορφώνει τη βασική επιχειρηματολογία για την υποστήριξη των σχεδιαστικών διαδικασιών. Σε όλες τις περιπτώσεις, ένα κέντρο βάρους και ένα επιστημονικό πεδίο συνιστούν βάση η οποία καθορίζει και την διαμόρφωση πλαισίου για το θεωρητικό υπόβαθρο της σχεδιαστικής πράξης και μόνο (συστηματική - ενδιαφέρον στη διαδικασία και επιστήμες της διαχείρισης, δημιουργική - ενδιαφέρον στο υποκείμενο που σχεδιάζει και ψυχολογία, συμμετοχική – αποδέκτης και κοινωνιολογία).
     Και στο μετα-μοντέρνο παρατηρείται η τάση δανεισμού γνώσεων από άλλα πεδία, συγκεκριμένα της σημειωτικής και της γλωσσολογίας. Βέβαια μέσω των γνώσεων αυτών δεν τροφοδοτεί θεωρητικό λόγο που έχει ως επίκεντρο τη σχεδιαστική διαδικασία και την φύση των χειρισμών που αναπτύσσει. Στόχος είναι η συγκρότηση ενός αυτόνομου επιστημονικού πεδίου με αντικείμενο τον κτισμένο και οργανωμένο χώρο, τη σχεδιασμένη και κατασκευασμένη αρχιτεκτονική μορφή. Κύρια ενδιαφέροντα είναι η μορφολογική διάταση του κελύφους, η συγκρότησή της και ο τρόπος με τον οποίον διασφαλίζει τη χρήση.
     Ο θεωρητικός αυτός λόγος του δομημένου περιβάλλοντος και της σχεδιαστικής δράσης έχει σκοπό τη συγκρότηση ενός αυτόνομου γνωστικού πεδίου που θα απαλλάξει τη συζήτηση για το σχεδιασμό από την επίδραση εξωτερικών γνωστικών περιοχών που τον περιγράφουν και τον κατευθύνουν. Ο λόγος αυτός επαναφέρει την προσοχή των σχεδιαστών στην αρχιτεκτονική της πόλης κατηγορώντας τις προγενέστερες προσεγγίσεις ότι μετατόπισαν το επίκεντρο της προσοχής σε τεχνικές και λειτουργικές διαστάσεις του δομημένου περιβάλλοντος, της οικονομικής βάσης, των κοινωνικών προβλημάτων ή των πολιτικών του εξαρτήσεων. Έτσι παραγκωνίζεται η πρόθεση διαμόρφωσης αυτόνομου γνωστικού πεδίου με τον τίτλο «θεωρία σχεδιασμού» που επιχείρησε να αποκτήσει η επιστημονική φυσιογνωμία του ’60, στα πλαίσια των άλλων προσεγγίσεων και ιδιαίτερα της συστηματικής.
     Η στροφή αυτή που παρατηρείται στη μελέτη της υλικής διάστασης του δομημένου χώρου και των νοημάτων της μορφής και της χρήσης και των δομών που καθορίζουν τις μεταξύ τους αρθρώσεις παρουσιάζουν τρεις βασικές διαφοροποιήσεις.
     Η πρώτη κατεύθυνση στρέφεται προς το σημασιολογικό περιεχόμενο των χωρικών μορφών και ασχολείται εκτενώς με την ανάλυση του λόγου που τι περιγράφει.
     Στη δεύτερη κατεύθυνση παρατηρούμε ανάλυση και μορφολογική περιγραφή υπαρχόντων χωρικών μορφών με στόχο τη συγκρότηση «παραδειγματικού άξονα» της γλώσσας των χωρικών μορφών.
     Η τρίτη και πιο συνολική προσέγγιση (καθώς ενσωματώνει στοιχεία των δύο προηγουμένων) διερευνά την άρθρωση της μορφής με το νόημα. Στα πλαίσιά της παρατηρούνται οι πιο συνεκτικές και επιχειρησιακές προτάσεις για την πρακτική άσκηση του σχεδιασμού.

     Η προσπάθεια της μεταμοντέρνας προσέγγισης ήταν να αντιμετωπίσει το σχεδιασμό σαν μια πράξη συνδυασμού ή σύνταξης ενοτήτων, στα πλαίσια της γλωσσολογίας και της σημειωτικής, με στόχο πάντα ανάπτυξη χωρικών οργανώσεων και μορφών που είναι φορείς νοήματος. Παρατηρείται μια αλλαγή στη σχεδιαστική διαδικασία σε σχέση με τα προγενέστερα παραδείγματα που οι διαφοροποιήσεις έχουν ως εξής:
     Ως προς τη συστηματική
     Ο σχεδιασμός δεν ακολουθεί το μεθοδολογικό σχήμα ανάλυση-σύνθεση-αξιολόγηση, το οποίο συναντάται και στις άλλες τρεις προσεγγίσεις και εγκαταλείπεται. Η εξομοίωση της σχεδιαστικής διαδικασίας με την ομιλία συνεπάγεται ότι ο σχεδιαστής μεταφράζει τις ατομικές ή κοινωνικές απαιτήσεις σε χώρο μέσα από την παρεμβολή κωδικοποιημένων υπαρχουσών αναγκών χρήσεων ή χωρικών μορφών τα οποία δραστηριοποιούνται κατά τη συνθετική διαδικασία. Προϋπόθεση είναι ο σχεδιαστής να κατέχει μια γλώσσα η οποία αποτελείται από σημαίνουσες ενότητες και κανόνες.
      Ως προς τη δημιουργική
      Η εξωτερίκευση των συνειδητών ή υποσυνείδητων προεικόνων του σχεδιαστή δεν εξασφαλίζονται αυτόματα ύστερα από μεσολάβηση εξωτερικού ερεθίσματος καθώς ο σχεδιασμός προσομοιάζει της ομιλίας. Έτσι οι μελετητές απομακρύνονται από τη μελέτη της ψυχολογίας και στρέφονται προς την ερμηνεία των γλωσσικών φαινομένων.
      Ως προς τη συμμετοχική
       Ο ρόλος του σχεδιαστή αναβαθμίζεται και η σχεδιαστική διαδικασία δεν αποτελεί ρύθμιση των κοινωνικών φαινομένων και της κοινωνικοπολιτισμικής ταυτότητας του αποδέκτη. Οι πολιτισμικές ιδιομορφίες των ατόμων πλέον εκφράζονται μέσα από τη γλώσσα των χωρικών μορφών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου