Η Μετα-μοντέρνα προσέγγιση χαρακτηρίζεται κατά κύριο λόγο από την αντίθεση στις αρχές του Μοντέρνου Κινήματος. Αρχικά, οι μετα-μοντέρνες προσεγγίσεις στο δομημένο περιβάλλον καταγγέλλουν το φονξιοναλισμο για το χειρισμό του πολίτη ως αποστασιοποιημένο άνθρωπο-τύπο, παραμερίζοντας τις κοινωνικοπολιτισμικές του ιδιαιτερότητες, την υποτιθέμενη αντικειμενικότητα των ‘επιστημονικών’ προτάσεων και των τεχνικών για την οργάνωση του χώρου. Σε ένα νέο πλέον γνωσιολογικό πλαίσιο επαναπροσδιορίζεται η σχέση του ατόμου με το δομημένο περιβάλλον και τις κοινωνικές εξαρτήσεις των χωρικών επεμβάσεων.
Ο όρος μετα-μοντέρνο υποδηλώνει επομένως ένα ετερόκλιτο σύνολο απόψεων που αντιτίθεται στις βασικές αρχές του Μοντέρνου Κινήματος. Κεντρικοί άξονες προβλήματισμού και κατ’επέκταση δράσης στη σχεδιαστική πρακτική είναι οι εξής: α) η ρήξη της προϋπάρχουσας σχέσης μορφής-λειτουργίας, β) η διαφοροποίηση απέναντι στην προϋπάρχουσα θεώρηση της ιστορίας, γ) η έμφαση στην κλίμακα του αστικού σχεδιασμού και η επικέντρωση στη μορφή του αστικού ιστού και δ) η διαφοροποίηση της έννοιας του χώρου και η ανάδυση της έννοιας της αστικότητας.
Η προσέγγιση αυτή αμφισβητεί και τελικά υιοθετεί μία απορριπτική στάση απέναντι στην υπαγόρευση όλων των οργανωτικών και μορφολογικών επιλογών από τη λειτουργία, άποψη στην οποία στηρίχτηκε απόλυτα η φονξιοναλιστική προβληματική σχετικά με την οργάνωση-μορφή του δομημένου περιβάλλοντος, υποδεικνύοντας την αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ της λειτουργίας και της μορφής. Ωστόσο, με την προσέγγιση αυτή δεν αναιρείται η αντίληψη πως ο σχεδιασμός αδιαφορεί για την εξασφάλιση της απαραίτητης λειτουργικότητας και εστιάζει αποκλειστικά στην ικανοποίηση της φαντασίας του συνθέτη-δημιουργού.
Από τη ρήξη της σχέσης μορφής και λειτουργίας προκύπτει μία θεωρητική συζήτηση που αφορά στη μορφή και γίνεται προσπάθεια μέσα από περιγραφή να επιτευχθεί σύνδεση με το νοηματικό της περιεχόμενο. Αναθεωρώντας τη σχέση αυτή μέσω αυτής της προσέγγισης γίνονται προσπάθειες ευρύτερης επανεξέτασης των θεωρητικών προτάσεων για το χώρο. Η παραπάνω θεώρηση αναδύεται μέσα από τη συμβατική σχέση σημαίνοντος-σημαινόμενου (βασική αρχή της γλωσσολογίας), που στοχεύει να προσδιορίσει εκ νέου τη σχέση μορφής και χρήσης.
Η μετα-μοντέρνα θεώρηση καλείται να εφαρμόσει έναν επιστημολογικό επαναπροσδιορισμό της ιστορικότητας και της συνολικής ιστορίας του δομημένου περιβάλλοντος, γεγονός που αντιτίθεται απόλυτα στην ‘ανιστορικότητα’ του προϋπάρχοντος μοντέρνου κινήματος. Ο ρόλος της ιστορίας στη διαμόρφωση του θεωρητικού λόγου χαρακτηρίζεται από δυο γνωρίσματα: α) τη θεώρηση της ιστορίας, την επιστημολογική δηλαδή αντιμετώπιση αυτού του σώματος γνώσης και β) τη χρήση της ιστορίας, τον τρόπο δηλαδή με τον οπίο ενσωματώνεται στα θεωρητικά επιχειρήματα και τις σκοπιμότητες αυτής της ενσωμάτωσης. Οι ιστορικές αναφορές όσον αφορά το δομημένο περιβάλλον έχουν νομιμοποιητικό ρόλο, λειτουργούν δηλαδή καταλυτικά για την περεταίρω σταθεροποίηση μιας θεώρησης ή μιας άποψης και παράλληλα σαν απόδειξη γνώσης, στην οποία συγκλίνουν ιδεολογικοί παράμετροι που διαμορφώνονται στις εκάστοτε κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και επηρεάζουν τη διαμόρφωση του αστικού χώρου.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η ιστορία προτείνεται και εξετάζεται σαν γεννήτορας της μορφής. Αξίζει να σημειωθεί πως η σύγχρονη στροφή προς το παρελθόν δεν προσανατολίζεται προς μία συγκεκριμένη ιστορική περίοδο που λειτουργεί σαν μοντέλο προς επανάληψη ,αντίθετα προσανατολίζεται προς την πολιτισμική ιδιομορφία και την τοπικότητα που απορρέι από το είδος και τον τόπο της χωρικής επέμβασης. Επιπλέον, δε γίνεται καμία προσπάθεια για αυτούσια μεταφορά του παρελθόντος στο μέλλον,καθώς μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στους τύπους και τα στοιχεία των μορφών του που επιδιώκεται να είναι φορτισμένες με νοήματα. Συμπληρώνουμε πως η σύγχρονη στροφή στο παρελθόν διαφοροποιείται, καθώς δεν υπάρχει πρόθεση για κάποιου είδους διατήρησης ή νοσταλγικής αναβίωσης. Αντίθετα, η παραπάνω χωρικές μορφές επιδιώκουν την ιστορικότητα, μια ευρύτερη δηλαδή καταγραφή της ιστορικής συνέχειας και πολιτισμικής διάρκειας-ιδιαιτερότητας.
Ο αστικός πλέον χώρος βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, καθώς συνιστά φορέα του νοήματος του οργανώμενου και κτισμένου χώρου. Αξίζει να σημειωθεί πως η σχεδιαστική πρακτική που ακολούθησε και εφάρμοσε το Μοντέρνο Κίνημα αφορούσε σε δύο κλίμακες σχεδιασμού. Συγκεκριμένα την πολεοδομική κλίμακα της γενικής διάρθρωσης της πόλης και την αρχιτεκτονική κλίμακα του κτιρίου, παραγκωνίζοντας κατ’επέκταση την κλίμακα του δημόσιου κοινόχρηστου χώρου, η οποία θεωρήθηκε ως το υπόλοιπο που απομένει από τις δύο κλίμακες και ως ένας χώρος, παρ’οτι ‘καθαρός’, ομοιγενής με ισοπεδωτικό χαρακτήρα. Η μεταμοντέρνα προσέγγιση ωστόσο αντιμετωπίζει ριζικά αντίθετα τον αστικό χώρο. Τα κτίρια και οι ελεύθεροι χώροι παρουσιάζονται άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και λειτουργούν σαν ένα ενοποιημένο σύνολο, τα μέλη του οποίου αλληλοεξαρτώνται. Σε εννοιολογικό επίπεδο εισάγεται η έννοια του αστικού ιστού, η οποία εκφράζει κατά βάση την υλικότητα του αστικού χώρου. Η πόλη αντιμετωπίζεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός, καθώς διοχετεύεται η υπόνοια της ύπαρξης μιας εξελικτικής ρευστότητας και φυσικής νομοτέλειας.
Μέσα στα πλαίσια του αστικού χώρου, εισάγεται στον προβληματισμό αυτον η έννοια της ‘αστικότητας’ που υποδηλώνει τη σχέση του κοινωνικού-χωρικού στοιχείου. Διατυπώθηκαν ποικίλες απόψεις γύρω από την ένοια αυτή, οι οποίες συγκλίνουν σε τρία κοινά χαρακτηριστικά σημεία: α) την αντίρρηση για τον τρόπο αντιμετώπισης του αστικού χώρου από το μοντέρνο κίνημα, β) την έκφραση της επιθυμίας για την προσέγγιση της πόλης ως καθολικό προϊόν συλλογικής δράσης και γ) τη διάθεση αναζήτησης των στοιχείων που καθιστούν τον αστικό ιστό ένα φαινόμενο που μπορεί να αξιολογηθεί ως μία ολότητα εντάσσοντάς το σε ένα κοινωνικοπολιτιστικό πλαίσιο.
Επανεντάσσεται η έννοια του ‘τόπου’ σε μία ευρύτερη χρήση από την αποδοχή της σχέσης μεταξύ χωρικού-κοινωνικού στοιχείου της βιωματικής σχέσης με το κτισμένο περιβάλλον και των σημασιολογικών φορτίσεων που διαμορφώνει.Εδώ ο χώρος συλλαμβάνεται ως μία οντότητα που βασίζεται σε κανόνες και αξιώματα και διακρίνεται από ομοιογένεια. Σύγχρονοι προβληματισμοί επανέφεραν την έννοια αυτή με τη μορφή κριτικής στην παράκαμψη της βιωματικής-κοινωνικής ιδιαιτερότητας του χώρου απο μέρους του μοντέρνου κινήματος.
Η αναλογία μεταξύ του δομημένου περιβάλλοντος και της γλώσσας κατέχει καίρια θέση στις σύγχρονες θεωρητικές προτάσεις για τη μορφή του χώρου και το σχεδιασμό του. Προκύπτει ένας θεωρητικός λόγος που στοχεύει στο χειρισμό της μορφής του δομημένου περιβάλλοντος και επαναφέρει την προσοχή των σχεδιαστών στην αρχιτεκτονική της πόλης, προσπαθώντας να ‘επιρρίψουν’ ευθύνες σε προγενέστερες προσεγγίσεις που μετατόπισαν το μεγαλύτερο βάρος στις λειτουργικές διαστάσεις του περιβάλλοντος και τις κοινωνικοοικονομικοπολιτικές παραμέτρους. Συμπληρωματικά παρατηρήθηκε στροφή του ενδιαφέροντος προς τη μελέτη της υλικής διάστασης του δομημένου χώρου (μορφολογική συγκρότηση), της αφηρημένης διάστασης (νοήματα μορφής και χρήσης) και των δομών που ρυθμίζουν την άρθρωση μταξύ της μορφής και του νοήματος, όπου ενσωματώνονται τα κυριότερα ενδιαφέροντα των δύο πρώτων διαστάσεων.
Ως προς τις προγενέστερες προσεγγίσεις στο σχεδιασμό του αστικού χώρου οι μεταμοντέρνες θεωρήσεις για τη σχεδιαστική διαδικασία παρουσιάζουν έντονες διαφοροποιήσεις. α) Ως προς τις συστηματικές προσεγγίσεις, η διαφοροποίηση έγκειται στην κατάργηση του μεθοδολογικού σχήματος ανάλυση-σύνθεση-αξιολόγηση. Επομένως, η σύνθεση δεν προϋποθέτει την ανάλυση ως όρο για την εξέλιξή της, αλλά τη γνώση της ‘γλώσσας’ και των ιδιομορφιών της. β) Ως προς τη δημιουργικη προσέγγιση, η διαφοροποίηση αφορά πως η εξωτερίκευση των συνειδητών ή υποσυνείδητων προεικόνων δεν εξασφαλίζεται με αυτόματο τρόπο ύστερα από τη μεσολάβηση ενός εξωτερικού ερεθίσματος, προσανατολίζοντας το σχεδιασμό στις ερμηνείες του γλωσσικού φαινομένου που προσφέρει η γλωσσολογία (Chomsky, Saussure). γ) Ως προς τη συμμετοχική προσέγγιση διαφέρει ως προς τη στάση της απέναντι στο ρόλο του σχεδιαστή. Εδώ ο ρόλος του ως ειδικού αναβαθμίζεται και διεκδικεί εκ νόυ την αποκλειστικότητα στον έλεγχο της σχεδιαστικής διαδικασίας. Καταληκτικά η πρόθεσή του είναι να εκφράσει μέσα από τη ‘γλώσσα’ των χωρικών μορφών τις πολιτισμικές ιδιομορφίες των ατόμων που αργότερα θα τις βιώσουν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου