Δημιουργική προσέγγιση
Η δημιουργική προσέγγιση αποκτά ένα κριτικό χαρακτήρα απέναντι στις συστημικές μεθόδους των προηγούμενων χρόνων.
Αναζητά την αξιοποίηση του επιστημονικού υλικού με μια γενικότερη προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα. Ταυτόχρονα, ο σχεδιασμός δεν είναι μόνο ο αποτέλεσμα ορθολογικής σκέψης καθώς υπάρχει μια εσωτερική αναζήτηση εκ μέρους του σχεδιαστή.
Η ορθότερη σχεδιαστική αντιμετώπιση βρίσκεται στις διανοητικές διαδικασίες του σχεδιαστή, ο οποίος προσπαθεί να τις ανακαλύψει και να τις κατανοήσει. Η στροφή προς τη θεωρητική αναζήτηση καταλαμβάνει το σημαντικότερο ρόλο και η σχεδιαστική πράξη παραγκωνίζεται. Έτσι, οι δύο αυτές συνιστώσες απομακρύνονται. Ωστόσο, οι οι θεωρήσεις της δημιουργικής προσέγγισης έχουν κοινά στοιχεία με την θεωρητική ανάλυση των προηγούμενων προσεγγίσεων, εξαιρώντας την απολυτότητα και την αναγκαιότητα του τελείως ορθολογικού σχεδιασμού.
Το αποτέλεσμα εξαρτάται ιδιαίτερα από το ιδεολογικό υπόβαθρο του κάθε σχεδιαστή και την ποιοτική αξιολόγηση που κάνει. Αναζητά τρόπους να εξηγήσει τη διανοητική λειτουργία, χωρίς όμως, να κρίνουν το είδος των αντιλήψεων.
Ενδιαφέρον δίνεται στην πολιτισμική πολυπλοκότητα και τις ποιότητες που προσφέρει μέσω των βιολογικών και ψυχολογικών διαδικασιών. Η ψυχολογία μπορεί να βοηθήσει στην ανακάλυψη των δημιουργικών δράσεων.
Η στροφή στη δημιουργικότητα οφείλεται σε τρεις λόγους. Αρχικά στη στροφή του φιλοσοφικού προβληματισμού της εποχής με τη Σχολή της Φρανκφούρτης να αποκτά μεγάλη επιρροή. Έπειτα, η ανταγωνιστικότητα μεταξύ ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης που ζητούν λύσεις μέσω της δημιουργικότητας, δίνει οικονομική ενίσχυση. Τέλος, καθοριστική ήταν η πλήρης αποτυχία του τεχνοκρατισμού που έγινε φανερή μέσω των επιβλαβών επιπτώσεων στο χώρο.
Ο σχεδιαστής ακόμα έχει το ρόλο του ειδικού καθώς και όλο το γνωστικό υπόβαθρο που είναι απαραίτητο για τις χωρικές επεμβάσεις. Παρ' όλα αυτά, απουσιάζει ο κοινωνιολογικός προβληματισμός. Δύο ήταν οι στόχοι, να συνδυαστεί το πρακτικό και επιστημονικό μέρος με την αποδοχή της ανθρώπινης μοναδικότητας.
Τα ζητήματα που απασχολούσαν τη δημιουργική προσέγγιση είναι αυτό της διαδικασίας, της μεθόδου και της μορφής. Το πιο σημαντικό μέρος είναι αυτό της διαδικασίας και ψάχνουν να βρουν τρόπους τελειοποίησης της. Ιδιαίτερα σημαντική είναι επίσης η προσμονή των πολιτών για το αποτέλεσμα του σχεδιασμού και γι αυτό λαμβάνεται υπόψιν.
Τελικά, ως μέθοδος το βάρος καταλαμβάνει η ανθρώπινη παράμετρος έναντι στον ορθολογισμό και τις τεχνικές παραμέτρους.
Δέχεται την πολυπλοκότητα και την ιδιαιτερότητα της κοινωνίας και προσπαθεί να προσφέρει τις συνθήκες για αρμονική συμβίωση με βάση τη συναισθηματική ανταπόκριση ως προς το περιβάλλον. Έτσι, η γεωμετρικότητα που υπήρχε σε συνάφεια με τη μαθηματική και λογική κατεύθυνση έως τότε τώρα περνάει σε μια “ασάφεια” της μορφής.
Όπως και σε όλη τη διάρκεια του προηγούμενα αιώνα, η λειτουργία αποτελεί τη βασική έννοια και κυριαρχεί στη θεωρητική συζήτηση για την πόλη. Η διαφορετική διάσταση, πλέον, είναι αυτή του ρόλου που επιτελεί, καθώς κινείται στα πλαίσια της πολιτικής διαχείρισης.
Θεωρείται ως ένα εξιδανικευμένο μοντέλο της οικονομίας της εποχής. Εάν εκλάβουμε την κοινωνία σαν ένα σύστημα που λειτουργεί με καθορισμένα γρανάζια και ακρίβεια, τότε το κάθε στοιχείο έχει καθορισμένη θέση και χρήση, είναι μοναδικό αλλά απαραίτητο στοιχείου ενός ευρύτερου συνόλου.
Τα πάντα αποκτούν τον ορισμό τους μέσα από τις επιστήμες διαχείρισης, οι οποίες και παρέχουν τις πληροφορίες των λειτουργικών στοιχείων. Η πόλη παρομοιάζεται σαν ένας σκελετός στον οποίο τοποθετούνται τα μοναδιαία λειτουργικά στοιχεία και δημιουργούν στο σύνολο τους ( σκελετός και στοιχεία) έναν οργανισμό. Τ α στοιχεία ως μονάδες πρακτικής και δραστηριότητας παρέχουν ευελιξία και δυνατότητα ατελείωτων συνδυαστικών επιλογών. Ο σκελετός, αντίθετα, είναι η βάση της πληροφορίας και έχει τη λειτουργία μιας γραφικής αναπαράστασης για την ανάλυση της πόλης.
Χαρακτηριστικό κομμάτι του θεωρητικού υποβάθρου της εποχής, είναι η ισότητα των όρων περιγραφής και ύπαρξης του ζωντανού και του μηχανικού μέρους των κοινωνιών. Στο μηχανικό μέρος ανήκει το δομημένο περιβάλλον, δηλαδή οι δρόμοι, οι κατοικίες, τα δίκτυα κ. α., ενώ στο ζωντανό βρίσκεται η κοινωνία η οποία αποτελείται από άτομα. Τα άτομα, δρουν και συμπεριφέρονται μέσα στο μηχανικό, αυτό κομμάτι της πόλης.
Άρα, το δομημένο περιβάλλον αναλαμβάνει το ρόλο ενός υπόβαθρου, το οποίο προστατεύει και αναδιοργανώνει. Συνεπάγεται πως ο πολεοδομικός προγραμματισμός και ο αστικός σχεδιασμός χρησιμεύουν ως εργαλεία και φορείς ρύθμισης και οργάνωσης.
Επακόλουθο των πολλαπλών λειτουργικών στοιχείων της πόλης είναι μια βαθύτερη θεωρητική ανάλυση του χώρου. Ο σχεδιασμός του χώρου θεωρείται ακόμα ως πρόβλημα, μόνο που χωρίζεται σε υπό - προβλήματα τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν στην ανάλυση των λειτουργικών στοιχείων του. Ακολουθεί μια μεταγραφή των αποτελεσμάτων και η αφαιρετική τους παρουσίαση μέσω οργανογραμμάτων και όχι του ξεπερασμένου, πλέον, γραμμικού σχεδίου.
Τελικώς, όλα προκύπτουν από την οργανωμένη τάξη του εγκαθιδρυμένου κοινωνικό – οικονομικού συστήματος, ( κεφαλαιοκρατικού), το οποίο ελέγχει καθορίζει και απαιτεί εξειδίκευση.
Η πόλη λειτουργεί όπως ο βιομηχανικός σχεδιασμός. Βασικά συστατικά είναι η καινοτομία, η ευελιξία, η δυναμικότητα και όλα αυτά προκύπτουν από μια διεπιστημονική διαδικασία. Λαμβάνει ως κύρια διάσταση την οικονομική καθώς και την ευρεία αποδοχή από τον καταναλωτή. Προσφέρει όμως στον χρήστη και την επιλογή που αποτελεί ένα στοιχείο διαφοροποίησης και ταυτότητας που προσφέρεται εύκολα μέσα από τον κουρδισμένο οργανισμό παραγωγής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου