Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Τουρσόγλου Παπαλεξανδρίδου Δανάη

Η ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ

Η εκδήλωση ενδιαφέροντος για μεθόδους που κατευθύνουν τη σχεδιαστική πρακτική ανεξάρτητα απο το αντικείμενό της πρωτοεμφανίστηκαν στη Γερμανία τη δεκαετία του ’50, ενώ εκπαιδευτικά και ερευνητικά προγράμματα αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα για τη διαμόρφωση των προσεγγίσεων της δεκαετίας του ’60. Στη συνέχεια το ενδιαφέρον μεταφέρεται στην Αγγλία. Γενικά, η εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων στο σχδιασμό χωρικών μορφών αποτελούσε τη συνέχεια επιτυχημλενων εφαρμογών σε αντίστοιχα προβλήματα πολεοδομικού προγραμματισμού κυρίως μεταπολεμικά.

Όταν τα πανεπιστήμια άρχισαν να προσανατολίζονται στην εκπαίδευση ειδικών προς μια τέτοια κατεύθυνση αποδείχτηκαν αδύναμα τα ισχύοντα εκπαιδευτικά προγράμματα να ανταποκριθούν στη διεπιστημονικότητα, κυρίως διότι οι αρχιτεκτονικές σχολές, που το ανέλαβαν, δεν είχαν αντίθστοιχους θεωρητικούς προβληματισμούς. Αυτός ήταν και ο λόγος που δημιουργήθηκε μια ενδιαφέρουσα διάσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική. Με τη θεωρία για τον αστικό χώρο ασχολούνταν γεωγράφοι, οικονομολόγοι και κοινωνιολόγοι, ενώ με την πρακτική, αρχιτέκτονες.

Η διάσταση αυτή αποδείχτηκε ιδιαίτερα καταπιεστική τη δεκαετία του ’50, όπου δημιουργήθηκαν νέες συνθήκες παραγωγής δομημένου περιβάλλοντος με απαιτήσεις συστηματικότητας, οργάνωσης, αποτελεσματικότητας και ελέγχου. Ταυτόχρονα, η τάση ποσοτικοποίησης στοιχείων και δεδομένων των κοινωνικών επιστημών, καθώς και η εμμονή των πολιτικών και ακαδημαϊκών κύκλων σε περισσότερο περιεκτικούς και συγκρίσιμους προσδιορισμούς αστικών προβλημάτων οδήγησαν σε νέες μεθόδους και τεχνικές πολεοδομικού προγραμματισμού.

Όσον αφορά τον αστικό σχεδιασμό, αποτέλεσε το φορέα δια μέσου του οποίου η προβληματική συστηματικών μεθόδων σχεδιασμού πέρασε σε όλα τα επίπεδα του σχεδιασμού του χώρου. Ο αρχιτέκτονας λοιπόν, αναλαμβάνει για πρώτη φορά επίσημα «κοινωνική» παραγγελία, που έχει ως ανώτερο στόχο την κοινωνική ανάπτυξη.

Λόγιο θα ήταν να αναφερθούν σε αυτό το σημείο, λοιπόν, οι βασικές αρχές της συστηματικής προσέγγισης στο σχεδιασμό. Αυτές δεν είναι άλλες από τη συστηματικότητα και τη διαφάνεια, μια και επικρατεί η άπψη ότι μόνο μέσα από αυτές το αποτέλεσμα της σχεδιαστικής πρακτικής μπορεί να αναπτύξει υψηλές ποιότητες. Με αυτό τον τρόπο προσανατολίζεται ο σχεδιαστής στον ορθολογικό χειρισμό της διαθέσιμης πληροφορίας, υποχρεώνοντάς τον να στραφεί στην κατεύθυνση της οργάνωσης και της συστηματικής επεξεργασίας. Για το λόγο αυτό, στο ξεκίνημα της σχεδιαστικής δραστηριότητας εμφανίζεται μια αναλυτική φάση που εισάγει ένα ορθολογικό ύφος και ρυθμίζει τους όρους όλων των συνθετικών διεργασιών και αξιολογήσεων.

Η αναλυτική αυτή φάση κρίνεται απαραίτητο να ολοκληρώνεται πριν ξεκινήσει η συνθετική δραστηριότητα, γεγονός που επιβάλεται από την προσπάθια δημιουργίας μιας ελεγχόμενης διαδικασίας σχεδιασμού, αλλά και από την παραδοχή ότι η αναλυτική διεργασία σχεδιαστικών προβλημάτων είναι ριζικά ανεξάρτητη από κάθε συνθετική δραστηριότητα. Η σχεδιαστική μέθοδος ,συνεπώς, πρέπει να είναι συνεπές ανάλογο της επιστημονικής μεθόδου. Η σχεδιαστική μέθοδος έγκειται στο ότι ο σχεδιασμός αποτελείται απο τρία στάδια: την ανάλυση, τη σύνθεση και την αξιολόγηση. Το ενδιαφέρον προσανατολίζεται στη δυνατότητα ολοκλήρωσης της μιας φάσης ρπιν ξεκινήσει η επόμενη, Η κάθε φάση έχει εισροή πληροφορίας που προέρχεται από προηγούμενη φάση και εκροή που απευθύνεται στην επόμενη.

Όλα αυτά μας οδηγούν στη δεύτερη βασική αρχή που είναι η διαφάνεια. Αυτή έχει πολλές θετικές συνέπειες. Αρχικά, δίνει τη δυνατότητα στα πρόσωπα που εμπλέκονται στην πρακτική του σχεδιασμού να κρίνουν αν και κατά πόσο συμφωνούν με τις αξιολογικές αυτές κρίσεις, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται ο διάλογος για την ποιότητα του σχεδιαζόμενου αποτελέσματος και να μπορεί να ελεγχθεί η συνέπεια ανάμεσα στους στόχους και το μέτρο της επίτευξής τους. Ακόμη, διευκολυνεται η ομαδική εργασία, έχουμε καλύτερες προϋποθέσεις στην επικοιξνωνία σχεδιαστών και ατόμων στα οποία απευθύνεται η σχεδιαστική πρόταση και διευκολύνεται η δυνατότητα αξιοποίησης της εμπειρίας από εφαρμογή ανάλογων συστηματικών προσεγγίσεων στο σχεδιασμό. Επίσης, εξασφαλίζονται πολλές δυνατότητες βαθύτερης γνώσης των ζητημάτων σχεδιαστικής πρακτικής και δίνεται η δυνατότητα ευκολότερου χειρισμού προβλημάτων μεγαλύτερης κλίμακας και πολυπλοκότητας.

Για να επιτευχθεί όμως η διατύπωση αποτελεσματικών προτάσεων για τη σχεδιαστική διαδικασία, απαραίτητη κρίνεται η επικέντρωση του ενδιαφέροντος σε επιστημονικές περιοχές. Η άρθρωση αυτή, του σχεδιασμού με την επιστημονική έρευνα, αποτελεί την εξέλιξη μιας ευρύτερης επιστημονικής παράδοσης με ρίζες στο Bauhaus, σύμφωνα με το οποίο η απάντηση σε λειτουργικές απαιτήσεις αποτελεί αποκλειστική αναζήτηση της αρχιτεκτονικής πράξης. Για να επιτευχθεί λοιπόν αυτό, εισήχθησαν δύο βασικές αρχές. Η πρώτη αφορά την απόρριψη κάθε ιστορικής μελέτης στο χώρο της αρχιτεκτονικής, και η δεύτερη την προσέγγιση του σχεδιασμού σαν διαδικασία επίλυσης προβλήματος στην οποία ο σχεδιαστής χρησιμοποιεί την αρχιτεκτονική μορφή για να λύσει λειτουργικά προβλήματα.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι δημιουργήθηκε μια έντονη διαφοροποίηση στο μοντέλο ανάλυση- σύνθεση. Ενώ από τη μία η ανάλυση αποβλέπει στον προσδιορισμό του προβληματος και η σύνθεση τη διαδικασία του σχεδιασμού που μορφοποιεί το πρόγραμμα, από την άλλη η ανάλυση η σύνθεση και η αξιολόγηση αφορούν την ίδια τη διαδικασία του σχεδιασμού.

Οι προτάσεις της συστηματικής προσέγγισης, λοιπόν, απευθύνονται στην επιστημονική γνώση για να αντιμετωπίσουν δύο κατηγορίες προβλημάτων. Η πρώτη αφορά την ποσοτικοποίηση των ποιτήτων, ενώ η δεύτερη εκείνα τα προβλήματα που σχετίζονται με την ίδια τη σχεδιαστική διαδικασία. Το πώς, δηλαδή, από το σύνολο των στοιχείων μπορούμε να καταλήξουμε σε σχεδιαστικές προτάσεις.

Η θεωρητική και μεθοδολογική ανάπτυξη της συστηματικής προσέγγισης στο σχεδιασμό, στηρίχτηκε κυρίως σε δύο βασικές θεωρητικές ενότητες: τη θεωρία αποφάσεων και τη θεωρία συστημάτων. Οι θεωρητικοί της συστηματικής προσέγγισης στράφηκαν προς τη θεωρία αποφάσεων προκειμένου να εξασφαλίσουν μέσα από τις εφαρμογές της εκέινες τις επιλογές που θα οδηγούσαν σε ορθολογικές απαντήσεις σε σχετικά ζητήματα. Αυτό είχε ως άμεση συνέπεια τη μετατόπιση του θεωρητικού ενδιαφέροντος από την ουσία του προβλήματος στη μηχανική της διαδικασίας.

Όσον αφορά το πρόβλμα της ληψης απόφασης στο σχεδιασμό, αυτό αντιμετωπίστηκε μέσα από δύο διαφορετικές θεωρήσεις: τη θεωρία των συστημάτων και την επιστήμη της συμπεριφοράς. Η πρώτη προηγείται χρονικά της δεύτερης. Παρά τις διαφοροποιήσεις τους δε μπορούμε να τις θεωρήσουμε ως δύο ανεξάρτητους προσανατολισμούς σκέψης, αλλά συμπορεύονται μέσα στο ίδιο επιστημολογικό παράδειγμα του θετικισμού και των σύγχρονων νεο-ορθολογικών του αποχρώσεων.

Η θεωρία των συστημάτων αποτέλεσε τη βάση για όλες τις τυποποιήσεις της σχεδιαστικής διαδικασίας. Κεντρική έννοια αποτέλεσε η έννοια του «συστήματος». Θα μπορούσαμε να πούμε, λοιπόν, ότι πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση διεπιστημονικού χαρακτήρα που επιδιώκει να ξεπεράσει την αποσπασματικότητα της γνώσης που προκύπτει από την αυξανόμενη εξειδίκευση, καθώς και να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα σε χειρισμούς των πολύπλοκων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιστημονική πρακτική εξαιτίας της πληθώρας των δεδομένων και της συνθετότητας των μεμονωμένων τεχνικών που αναπτύσσει κάθε αυτόνομη επιστημονική περιοχή. Όσον αφορά το λογικο-μαθηματικό χαρακτήρα της θεωρίας συστημάτων, εκδηλώνεται μέσα από την περιγραφή του συστήματος σαν σχέση μεταξύ μιας εισροής σε μια διαδικασία και της αντίστοιχης εκροής της.

Η συστηματική προσέγγιση αποτέλεσε ένα διεπιστημονικό θεωρητικό πλαίσιο. Αν και δεν επιχείρησε να εξηγήσει τις διάφορες επιστημονικές θεωρίες, προσανατολίστηκε τουλάχιστον στην ανακάλυψη ενδο- και δι-επιστημονικλων ισομρφισμών και τη διατύπωση των σχέσεων που διασυνδέουν τους ισομορφισμούς αυτούς σε λειτουργικά σύνολα.

Η δεύτερη προσέγγιση μέσα από την οποία η συστηματική προσέγγιση αντιμετώπισε θεωρητικά τη σχεδιαστική πρακτική, όπως αναφέρθηκε, είναι η μπιχεϊβοριστική ή θετική θεώρηση. Σύμφωνα με αυτή, η σχεδιαστική δραστηριότητα θεωρείται σαν εξαρτημένη μεταβλητή που ρυθμίζεται από το «περιβάλλον της απόφασης».Η εξάρτηση αυτή έχει ως συνέπεια η σχεδιαστική πρακτική να αντιμετωπίζεται μέσα από τους περιορισμούς του ευρύτερου κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου από το οποίο εξαρτάται, και η έρευνα να προσανατολίζεται στη συμπεριφοράτων διάφορων φορέων που παρεμβαίνουν με διάφορους τρόπους στη διαδικασία των αποφάσεων. Η έμφαση της κατεύθυνσης αυτής ήταν προσανατολισμένη κυρίως στο πλαίσιο και το είδος των στοιχείων που η σχεδιαστική πρακτική θα πρέπει να χειριστεί και να συνθέσει. Η συζήτηση, όμως πάνω σε αυτά δεν κατάφερε τελικά να συνθέσει ένα συγκροτημένο θεωρητικό σώμα για το χώρο και το σχεδιασμό του.

Ως προς το μεθοδολογικό επίπεδο, η θεώρηση αυτή κράτησε λιγότερο αυστηρή στάση απ’ ότι η συστηματική θεώρηση γιατί η σχεδιαστική διαδικασία μόνο έμμεσα υπήρξε αντικείμενο ανάλυσης, καθώς και επειδή μέσα από την αποδοχή της ιδιαιτερότητας κάθε παρεμβατικής δράσης, οι μεθοδολογικές προτάσεια αποκτούσαν κατά κάποιο τρόπο μονογραφικό χαρακτήρα αποφεύγοντας συνειδητά το χαρακτήρα «γενικού νόμου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου