Μοντερνισμός 1950-1960
Συστηματική Προσέγγιση στο σχεδιασμό
Το ενδιαφέρον της συστηματικής προσέγγισης επικεντρώνεται στη διαδικασία του σχεδιασμού και στη μεθόδευσή της. Στα πλαίσιά της πολλοί μελετητές ανάπτυξαν θεωρητικές υποθέσεις, μεθοδολογικές προσεγγίσεις και τεχνικές αντιμετώπισης σχεδιαστικών ζητημάτων.
Ο σχεδιασμός μέσω αυτής της προσέγγισης γίνεται αντιληπτός ως διαδικασία: επίλυσης ενός προβλήματος, συστηματικής ανάλυσης και χειρισμού της πληροφορίας αλλά και λήψης μιας ορθολογικής απόφασης.
Βασικές αρχές της αποτελούν η συστηματικότητα η ορθολογικότητα και η διαφάνεια στις σχεδιαστικές διαδικασίες. Αρχές που ταυτόχρονα συνιστούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη της βέλτιστης ποιότητας του τελικού προϊόντος των διαδικασιών.
Η συστηματική προσέγγιση έχει την τάση να κατευθύνεται προς διαδικασίες που συγκροτούνται από τρείς διακεκριμένες φάσεις: της ανάλυσης, της σύνθεσης και της αξιολόγησης. Χαρακτηριστικό αυτής της τρίπτυχης συγκρότησης της σχεδιαστικής πορείας είναι η δυνατότητα ολοκλήρωσης μιας φάσης πριν ξεκινήσει η επόμενη. Οποιαδήποτε μετάβαση από μια φάση σε προηγούμενη θεωρείται αποτυχία γι’ αυτό μεθοδεύεται η αποφυγή της.
Η σχεδιαστική μέθοδος πρέπει να είναι συνεπές ανάλογο της επιστημονικής μεθόδου και όπως αυτή αντιλαμβάνεται ως διαδικασία επίλυσης ενός ερευνητικού προβλήματος έτσι και η πρώτη αντιλαμβάνεται ως πορεία επίλυσης προβλημάτων που σχετίζονται με αποφάσεις σε σχεδιαστικά ζητήματα. Η ανάλυση συνιστά μια συστηματική διερεύνηση των προβλημάτων αυτών που επικεντρώνεται στην εντοπισμό των απαιτήσεων, των στόχων και των επιδιώξεων που πρέπει να εξασφαλιστούν. Εμφανίζεται στο ξεκίνημα της σχεδιαστικής δραστηριότητας, εισάγει ένα ορθολογικό και επιστημονικό ύφος στη σχεδιαστική πρακτική και αποκτά μεγάλη βαρύτητα. Είναι ριζικά ανεξάρτητη από κάθε συνθετική δραστηριότητα αφού μόνο η ολοκλήρωσή της μπορεί να επιτρέψει την εξέλιξη της δεύτερης. Η σύνθεση αποτελεί μια διαφανής, συστηματοποιημένη διαδικασία απαλλαγμένη από παραδοσιακές τάσεις. Η αξιολόγηση ελέγχει το σχεδιαστικό αποτέλεσμα ως προς τη συνέπειά του απέναντι στις αρχικά προσδιορισμένες απαιτήσεις και στόχους.
Η άρθρωση της σχεδιαστικής διαδικασίας με την επιστημονική έρευνα θέτει τις ρίζες της στο Bauhaus. Το τελευταίο εισήγαγε δύο βασικές “στρατηγικές” στο σχεδιασμό και στη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής τις οποίες συναντούμε και στη λογική της συστηματικής προσέγγισης. Η πρώτη απευθύνεται στην απαλλαγή της σύνθεσης από παραδοσιακές αξίες και στη διάρθρωση της με την τεχνολογική γνώση και αισθητική και η δεύτερη αφορά στην προσέγγιση της ως μια διαδικασία επίλυσης λειτουργικών προβλημάτων, καθώς για το Bauhaus το λειτουργικό επίπεδο θεωρείται ως καθοριστικό όλων των άλλων επιπέδων του χώρου.
Ωστόσο υπάρχει μια βασική διαφοροποίηση του μοντέλου ανάλυση – σύνθεση. Στο Bauhaus η ανάλυση αποβλέπει στον προσδιορισμό του προβλήματος, δηλαδή όλων των λειτουργικών απαιτήσεων ενός κτιρίου. Είναι ανάλυση του κτιριολογικού προγράμματος και η σύνθεση αποτελεί τη μορφοποίηση αυτού. Στη συστηματική προσέγγιση αυτές οι φάσεις αφορούν την ίδια τη διαδικασία του σχεδιασμού. Η ανάλυση είναι μια εκτενής επεξεργασία του προγράμματος με ταξινομήσεις, ιεραρχήσεις, κατατάξεις που στοχεύουν στην απλοποίηση και στη διευκόλυνση της συνθετικής δραστηριότητας.
Η συστηματική προσέγγιση απευθύνεται στην επιστημονική γνώση και τεχνογνωσία για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά δύο κατηγορίες σχεδιαστικών προβλημάτων: την ποσοτικοποίηση των ποιοτήτων των χώρων και την επίτευξη της συνέπειας των σχεδιαστικών προτάσεων με τις βασικές αρχές της προσέγγισης. Βασική επιδίωξη της αποτελεί η μαθηματικοποίηση όλων των στοιχείων του σχεδιασμού. Για την αντιμετώπιση σχεδιαστικών ζητημάτων στηρίζεται επίσης σε θεωρητικές ενότητες όπως η θεωρία αποφάσεων, η θεωρία συστημάτων αλλά και η επιστήμη της συμπεριφοράς. Οι θεωρητικοί και μεθοδολογικοί προσανατολισμοί των ενοτήτων αυτών αποδίδουν έναν κοινωνιο-λογικό αλλά και μαθηματικό χαρακτήρα στην προσέγγιση της σχεδιαστικής πρακτικής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου