Η Συστηματική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό.
Αντίστοιχη πρόκληση για τους μελετητές πολεοδομικών προσεγγίσεων ρύθμισης του χώρου, αποτέλεσε η δεκαετία του ‘50, με την ανάγκη αντιμετώπισης των νέων συνθηκών παραγωγής του αστικού χώρου και μιας σειράς πρωτοεμφανιζόμενων φαινομένων – κοινωνικών και χωρικών- σε πόλεις της Αμερικής και της Ευρώπης. Αυτός ο έκδηλος προβληματισμός γύρω από τις συστηματικές μεθόδους σχεδιασμού, οδήγησε σε νέες θεωρητικές υποθέσεις, μεθοδολογικές προσεγγίσεις και τεχνικές αντιμετώπισης σχεδιαστικών ζητημάτων. Οι νέες αναζητήσεις αντιμετώπιζαν με τρόπο ενιαίο τη θεωρία και την πρακτική σε μια προσπάθεια άμβλυνσης του κενού που είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια, μιας και η διάσταση αστικής παρέμβασης και πολεοδομικής θεωρίας δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις.
Βασικό χαρακτηριστικό του σχεδιασμού με τη συγκεκριμένη μέθοδο είναι η παραδοχή της ύπαρξης και επιδίωξης αναλογίας ανάμεσα στο σχεδιασμό και τον προγραμματισμό. Έτσι λοιπόν παρακάτω θα μελετήσουμε τόσο τις αρχές της νέας αυτής μεθόδου, όσο και τις επιστημονικές μεθόδους-εργαλεία για την οριοθέτηση και επίλυση των σχεδιαστικών ζητημάτων.
Η δεύτερη βασική αρχή είναι η διαφάνεια των σχεδιαστικών διαδικασιών. Η διαφάνεια αυτή δεν αφορά μόνο στη διατύπωση της στρατηγικής, αλλά επεκτείνεται στο περιεχόμενο των τριών φάσεων της σχεδιαστικής διαδικασίες( κριτήρια, στόχους, ιεραρχήσεις, αξιολογικές κρίσης κλπ). Έτσι λοιπόν τα πρόσωπα που εμπλέκονται στο σχεδιασμό έχουν τη δυνατότητα αναβαθμισμένης συμμετοχής σε αυτόν, με διατύπωσης της άποψής τους και την επίδραση που έχει αυτή στο αποτέλεσμα. Η αποσαφήνιση του στρατηγικού στόχου και των τακτικών επιλογών δημιουργεί ένα σημείο αναφοράς για τους μετέχοντες σε αυτόν και αφενός διευκολύνει την ομαδική εργασία και τη συνεργία, αφετέρου εξοικονομεί χρόνο και ενέργεια κατά τη διαδικασία. Με την επιδίωξη διαφάνειας στις αρχές και στις μορφές, επιτυγχάνεται συνολικότερη γνώση επί του σχεδιασμού, καθώς υπάρχει η δυνατότητα πρόσβασης σε πληροφορίες επί του συνόλου της σχεδιαστικής διαδικασίας. Τέλος η αναβαθμισμένη σχέση μεταξύ αρχών και μορφών, η επιδίωξη όπως προαναφέραμε της θεωρίας με την πρακτική εφαρμογή, διευκολύνει τη δυνατότητα αξιοποίησης της εμπειρίας της συγκεκριμένης μεθόδου και της αλληλεπίδρασης της με άλλες.
Η ανάγκη αντιμετώπισης σχεδιαστικών προβλημάτων οδήγησε στην αναζήτηση επιστημονικής γνώσης. Τα βασικότερα σχεδιαστικά προβλήματα που εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 50 αφορούσαν στην ποσοτικοποίηση της ποιότητας, μιας και οι αναζητήσεις συστηματικότητας, ορθολογισμού και διαφάνειας γίνονταν αντιληπτά ως μετρήσιμα μεγέθη, ενώ η διάσταση της ποιότητας με τρόπο αφαιρετικό χάνονταν. Το δεύτερο πρόβλημα αφορούσε στη διαδικασία μετάβασης από το στάδιο της ανάλυσης και της επεξεργασίας των δεδομένων σε αυτό της σύνθεσης, με την καλύτερη δυνατή συνέπεια θεωρητικών αρχών και πρακτικών-σχεδιαστικών αποτυπώσεων. Έτσι λοιπόν το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε σε επιστημονικές περιοχές, συνεχίζοντας την παράδοση που το Μοντέρνο Κίνημα των αρχών του ’30 και η σχολή του Bauhaus είχαν γεννήσει.
Αρχικά παρατηρείται μια διαφοροποίηση στο μοντέλο ανάλυσης-σύνθεσης, όπως το περιγράψαμε παραπάνω. Όσον αφορά στην ανάλυση, αυτή επικεντρώνεται στον προσδιορισμό του προβλήματος (ανεπάρκεια κάλυψης αναγκών) και στην επίλυσή του με την ικανοποίηση των λειτουργικών απαιτήσεων. Όσον αφορά στη σύνθεση αποτελεί εκείνη τη διαδικασία σχεδιασμού κατά την οποία έμφαση δίνεται στην ανάλυση και την επιδίωξη της λειτουργικότητας και απόρροια αυτού είναι η παραγόμενη μορφή.
Βασικές αρχές της συστημικής προσέγγισης, όπως αυτή επηρεάστηκε από το Bauhaus, είναι η απόρριψη κάθε έννοιας τοπικότητας, παράδοσης, ιστορίας για τον αρχιτεκτονικό χώρο και η ανάγνωση της σχεδιαστικής δραστηριότητας σαν ένα πρόβλημα λειτουργικό το οποίο ο σχεδιαστής καλείται να το επιλύσει.
Αναφορά επίσης πρέπει να γίνει στη θεωρητική και μεθοδολογική ανάπτυξη της συστημικής προσέγγισης στο σχεδιασμό που στηρίζεται σε δύο θεωρητικές ενότητες. Τη θεωρία των αποφάσεων και τη θεωρία των συστημάτων. Η πρώτη- που αντιλαμβάνεται το σχεδιασμό σαν διαδικασία επίλυσης προβλήματος λήψης αποφάσεων- αντανακλά την αναζήτηση ορθολογικότερων, βέλτιστων απαντήσεων στα προβλήματα του σχεδιασμού και εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία παρέμβασης στον χώρο με τη συμμετοχή κοινωνικών φορέων και θεσμών που εξασφαλίζουν τη ρύθμισή του. Η δεύτερη έρχεται να καλύψει τις τυπικές ανάγκες της σχεδιαστικής διαδικασίας, με την κατοχύρωση επιστημονικών γνώσεων , τεχνικών και θεωρητικών προσεγγίσεων σε διάφορους τομείς, όπως αυτούς της επιχειρησιακής έρευνας, της θεωρίας των παιγνίων, της θεωρίας των γραφημάτων κλπ.
Τέλος όσον αφορά ειδικότερα στο ζήτημα της αντιμετώπισης του προβλήματος λήψης απόφασης στο σχεδιασμό, αναπτύχθηκαν δύο διαφορετικές θεωρήσεις, η θεωρία των συστημάτων και αυτή της επιστήμης της συμπεριφοράς. Οι δύο θεωρήσεις δεν μπορούν να ειδωθούν ως δύο ανεξάρτητοι πόλοι σκέψεις, μιας και εντάσσονται στο ίδιο ρεύμα σκέψης. Στην πρώτη θεώρηση κυρίαρχη έννοια είναι το «συστημα», κάτι που υποδηλώνει την προσπάθεια συνολικής μελέτης του προβλήματος και όχι εστίαση σε μεμονωμένα μέρη- στοιχεία του όλου. Παράλληλα αυτή η συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος, αντιλαμβάνεται τις επιμέρους αλληλεπιδράσεις των αντικειμένων του «όλου» μεταξύ τους, αλλά και με το περιβάλλον. Η δεύτερη προσέγγιση έρχεται ως απάντηση στην τυποποίηση του σχεδιασμού και αντιμετωπίζει τη σχεδιαστική διαδικασία ως μια διαδικασία μεταβλητή, που ενταγμένη σε μια ευρύτερη δομή- ευρύτερο «περιβάλλον» , αλληλεπιδρά με αυτήν και καθορίζεται από τους αλληλοσυγκρουόμενους στόχους. Χαρακτηριστικό αυτή της θεώρησης είναι η λιγότερη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται η σχεδιαστική δραστηριότητα, γεγονός απολύτως φυσιολογικό, μιας και η έμφαση δίνεται στις ιδιαιτερότητες των όποιων παρεμβατικών δράσεων ενώ οι γενικές κατευθύνσεις συνειδητά αποφεύγονται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου