Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Σπάσου Κυριακή

Η συμμετοχική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό
Ο συμμετοχικός σχεδιασμός αποτελεί μια προσέγγιση επίλυσης σχεδιαστικών προβλημάτων αντίθετη στην αντίστοιχη της δεκαετίας του ’60. Διέπεται κυρίως από μια πολιτική οπτική καθώς οι παρεμβάσεις στο χώρο χειρίζονται οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Η διαφάνεια των σχεδιαστικών μεθόδων αποκτάει εδώ την έννοια της κοινής συμμετοχής ειδικών και μη ειδικών και της σαφήνειας των επιχειρημάτων κατά την προώθηση αντιτιθέμενων απαιτήσεων. Ο σχεδιαστής χάνει το κύρος του ειδικού που λαμβάνει ορθολογικά αποφάσεις και λειτουργεί κυρίως ως συντονιστής και διαπραγματευτής των διάφορων χωρικών εκφράσεων. Αλλάζει επομένως η σχέση σχεδιαστή-χρήστη. Σ’ αυτή την εξέλιξη οδήγησαν σταδιακά οι λαϊκές κινητοποιήσεις αλλά και η διαμαρτυρία των διανοούμενων ενάντια στους αρχιτέκτονες και στο κράτος που με την ισχύουσα πολεοδομική πρακτική κερδοσκοπούσαν εις βάρος τους. Στις αρχές του ’70 η στάση του κράτους, αφού έχει αποδειχτεί αναξιόπιστη, οδηγεί στην καθιέρωση της αποδοχής της συνάφειας ανάμεσα στον πολεοδομικό προγραμματισμό και σχεδιασμό και την πολιτική δράση. Η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης βελτιώνεται έτσι με τη συμμετοχή του κοινού.
Ο βαθμός, η μορφή συμμετοχής στον αστικό σχεδιασμό και το αντικείμενο των συμμετοχικών διαδικασιών μεταβάλλεται ανάλογα με το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο στο οποίο αναπτύσσονται οι συμμετοχικές δράσεις. Η επέμβαση στο χώρο θεωρείται μια κοινωνικά προσανατολισμένη δραστηριότητα με το κοινό να θεωρείται «ειδικό» και καταρτισμένο λόγω της καθημερινής του επαφής με το περιβάλλον του. Προκειμένου να εξασφαλιστούν τα συμφέροντα των πολιτών και να καλυφτούν οι ανάγκες τους η σχεδιαστική διαδικασία ρυθμίζεται από έξι βασικές αρχές: α. Δεν υπάρχει βέλτιστη λύση σε ένα σχεδιαστικό πρόβλημα αλλά αποφάσεις που απορρέουν από γεγονότα, συμπεριφορές και διαθέσεις β. Η σχεδιαστική διαδικασία πρέπει να γίνει περισσότερο διαφανής ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος και η αξιολόγηση όλων των συμμετεχόντων γ. Η σχεδιαστική διαδικασία είναι μια συνεχής διαδικασία διατύπωσης επιχειρημάτων που οδηγούν στο σχεδιασμό ανάλογα με την ευρύτητα της κοινωνική αποδοχής τους δ. Οι σχεδιαστικές προτάσεις δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται σαν σωστές η λανθασμένες αλλά μόνο σαν καλές ή κακές ε. Η σχεδιαστική διαδικασία επιδέχεται συνεχείς παλινδρομήσεις, αναθεωρήσεις και επαναπροσδιορισμούς και δεν θεωρείται ότι ολοκληρώνεται οριστικά με τη σχεδιαστική πρόταση, γεγονός που καθιστά την πρακτική του σχεδιασμού προϊόν διαίρεσης χειρωνακτικής-διανοητικής εργασίας ζ. Η σχεδιαστική διαδικασία θα πρέπει να διαρθρώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η απλότητα και η ευκολία εφαρμογής της (ζήτημα σχέσης διαδικασίας σχεδιασμού με τη χωρική μορφή γεγονότος). Οι αρχές που ρυθμίζουν την οργάνωση και τη μορφή του αστικού χώρου διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες : Εκείνες που αφορούν τα μοναδιαία στοιχεία που συνθέτουν τον αστικό χώρο β. Εκείνες που αφορούν τη γενική διάρθρωση στην περιοχή επέμβασης και γ. Εκείνες που αφορούν τη διαδικασία της εφαρμογής της σχεδιαστικής πρότασης. Οι προτάσεις της συμμετοχικής προσέγγισης αρνούνται τις συνολικές επαναλαμβανόμενες εικόνες, τις ογκώδεις κατασκευές, που ξεφεύγουν από την κλίμακα του ανθρώπου και τη γεωμετρική καθαρότητα της μορφής. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του ’60 τονίζεται η ιδιαιτερότητα κάθε μονάδας κατοικίας, στο σχεδιασμό της οποίας συμμετέχουν ενεργά οι μελλοντικοί κάτοικοι. Επιδιώκεται η ασάφεια ως έκφραση αναγνωρισμένων ιδιαιτεροτήτων και αναγκών των κοινωνικών υποκειμένων με άμεση συνέπεια την «οργανικότητα» του αστικού χώρου. Με βάση τις οργανικές σχέσεις ορίζονται οι διατάξεις των όγκων στο σχέδιο γενικής διάταξης με στόχο να βελτιωθεί το δομημένο περιβάλλον. Η έννοια που εισάγεται με βάση τα παραπάνω είναι αυτή του «τόπου» που εκφράζει την άρρηκτη ενότητα του κοινωνικού στοιχείου με το χώρο. Εισάγεται επίσης ένα νέο σχήμα στη διαδικασία εφαρμογής της σχεδιαστικής πρότασης. Δεν τίθενται διακριτά όρια μεταξύ της άσκησης των καθηκόντων του κατασκευαστή και του μελετητή αλλά οι αρμοδιότητές του βρίσκονται σε συνεχή διαδοχή κατά τη διάρκεια του έργου. Γίνεται λόγος για τον «συλλογικό μελετητή» και εξασφαλίζεται μια ιδιόρρυθμη διαίρεση εργασίας στο χώρο της κατασκευής με επακόλουθο μια σειρά από καινοτομίες και στην κατασκευαστική διαδικασία. Οι καινοτομίες αυτές συνίστανται στη διαμόρφωση ευέλικτων σκελετών που υποστηρίζονται από την αργή εξέλιξη των εργασιών κατασκευής.
Ο θεωρητικός λόγος για τον αστικό σχεδιασμό άρχισε να αναπτύσσεται στις αρχές τις δεκαετίας του ’60 με βάση δύο προβληματισμούς, την ανάπτυξη σχεδιαστικών διαδικασιών που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν έναν ελεγχόμενο και εξωτερικεύσιμο μετασχηματισμό των δεδομένων ενός σχεδιαστικού προβλήματος σε «σωστές» σχεδιαστικές λύσεις και την «επιστημονική διατύπωση των δεδομένων αυτών. Η συμμετοχή του κοινού γίνεται αντικείμενο επιστημονικής διερεύνησης μέσα από δύο κατευθύνσεις ακαδημαϊκής σκέψης: την κοινωνιολογία και τις πολιτικές επιστήμες. Η κοινωνιολογία υποστηρίζει ότι η συμμετοχή συμβάλλει στην ψυχολογική ισορροπία, στην ανάπτυξη του αισθήματος κοινωνικής υπευθυνότητας και επομένως στη διεύρυνση των στενών ορίων της ιδιωτικής ζωής. Οι πολιτικές επιστήμες διερευνούν το θεσμικό πλαίσιο μέσα από το οποίο θα είναι δυνατή η συμμετοχή του κοινού στις πολιτικές αποφάσεις για την παρέμβαση στο χώρο. Οι διερευνήσεις αυτές τοποθετούν τον πολίτη στο κέντρο του ενδιαφέροντος με ρόλο που δεν περιορίζεται μόνο στην παροχή ψήφου και συγχρόνως προτείνουν διάφορες διατυπώσεις συμβιβαστικού χαρακτήρα. Η κοινωνιολογία κυριαρχεί τώρα στη διαμόρφωση των επιχειρημάτων και στη σύνταξη των θεωρητικών προτάσεων. Εμφανίζεται έτσι μια διάσταση θεωρίας και πρακτικής που συνεπάγεται τη μείωση της αξιοπιστίας των συμμετοχικών σχεδιαστικών προτάσεων. Το σχεδιαστικό πρόβλημα που προκύπτει έγκειται στην αδυναμία περιγραφής της κοινωνικά προσανατολισμένης σχεδιαστικής πρακτικής από τεχνικές των θετικών επιστημών. Έγκυρο μέσο ερμηνείας των νέων σχεδιαστικών πρακτικών θεωρούνται οι ανθρώπινες επιστήμες. Η νέα προσέγγιση αντιμετωπίζει τις θεωρίες σαν ιστορικές οντότητες δεν υποστηρίζει την ανωτερότητα της επιστήμης σε σχέση με τα άλλα πολιτιστικά φαινόμενα και προωθεί τη δημιουργική φαντασία των σκεπτόμενων υποκειμένων. Οι νέες οριοθετήσεις του ορθολογικού είναι κοινωνικά σχετικοποιημένες. Το υποκείμενο ενεργώντας ορθολογικά είναι αποδέκτης των ενεργειών του, γίνεται δηλαδή συγχρόνως αντικείμενο και είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει και να κρίνει τη δική του κοινωνική εμπειρία. Το αποτέλεσμα μιας εγκατεστημένης κοινωνικής επικοινωνίας συνίσταται σ’ αυτή τη δυνατότητα του υποκειμένου. Ο ευσυνείδητος και ορθολογικός σχεδιασμός προϋποθέτει ένα κοινό επίπεδο επικοινωνίας και σύμφωνα με τους σχεδιαστές τη δημιουργία μιας γλώσσας κατανοητής από όλους τους συμμετέχοντες. Το κοινό ως αντικείμενο-υποκείμενο εντάσσεται στο κοινωνικό πλαίσιο άρα ο σχεδιαστής-ερευνητής είναι φορτισμένος με ιδεολογικά σχήματα, που ρυθμίζουν τις αφαιρέσεις μέσα από τις οποίες επιχειρείται η κατανόηση του αντικειμένου. Νέες κατευθύνσεις διαμορφώνονται και στη συλλογή και την επεξεργασία των απαραίτητων στοιχείων για την ανάπτυξη της σχεδιαστικής διαδικασίας.
Τέλος, προκύπτουν τρεις κατηγορίες ζητημάτων. Η πρώτη αφορά την επικοινωνία αυτή καθ’ αυτή. Πρέπει να διαμορφωθεί μια γλώσσα που θα γεφυρώσει μερική άγνοια των δύο πλευρών. Η δεύτερη αφορά τις τεχνικές συλλογής πληροφορίας από την πλευρά των πολιτών. Εδώ κυριαρχούν τα ερωτηματολόγια, που είτε απευθύνονται στο σύνολο του πληθυσμού είτε είναι μεγαλύτερης έκτασης, βασίζονται σε πειραματικές μεθόδους και απευθύνονται σε επιλεγμένο δείγμα ώστε να καταγράφονται ώστε να καταγράφονται οι βαθύτερες ιδεολογικές και ψυχολογικές ιδιομορφίες. Η τρίτη κατηγορία αφορά την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της διερεύνησης των απαιτήσεων του κοινού. Σημαντικό ρόλο παίζει σ’ αυτή την κατεύθυνση η στατιστική, που προωθείται με την ανάπτυξη προγραμμάτων στατιστικής επεξεργασίας στον υπολογιστή.
Σπάσου Κυριακή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου