Συμμετοχική Προσέγγιση Στον Αστικό Σχεδιασμό
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 αρχίζουν να υποχωρούν όλα τα μοντέλα του αστικού χώρου που καλλιεργούσε και προωθούσε η μέχρι τότε ουτοπική σκέψη για το χώρο. Οι αστικές κινητοποιήσεις των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, που θίγονται από τις επεμβάσεις για αστική ανανέωση αλλά και η γενικότερη αντίθεση στην ισοπέδωση της ιστορίας των πόλεων και την αντικατάστασή της με υποβαθμισμένης ποιότητας κατοικίες, έχει σαν αποτέλεσμα να στρέψει ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός το ενδιαφέρον του στον αποδέκτη του σχεδιαστικού προϊόντος και στην ιδιαιτερότητα της κοινωνικοπολιτισμικής του ταυτότητας.
Έτσι, κάνει την εμφάνιση της η συμμετοχική προσέγγιση, που αποτελεί χαρακτηριστική τομή σε σχέση με τις προγενέστερες προσεγγίσεις, τόσο στο επίπεδο σχεδιαστικής πρακτικής όσο και σε αυτό της ανάπτυξης του θεωρητικού λόγου για τον σχεδιασμό. Αναδεικνύει έναν νέο άξονα προσανατολισμού, που χαρακτηρίζεται από την έντονη παρουσία μιας πολιτικής οπτικής και ο οποίος υποστηρίζει ότι κάθε παρέμβαση στο χώρο έχει πολιτικό χαρακτήρα, αφού οι παρεμβάσεις αυτές χειρίζονται -άμεσα ή έμμεσα- οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα.
Η συμμετοχή του κοινού -δηλαδή της ίδιας της κοινωνίας- στις σχεδιαστικές αποφάσεις καταλαμβάνει κεντρική θέση στον προβληματισμό της συμμετοχικής προσέγγισης για τον σχεδιασμό του χώρου. Έτσι, στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού πραγματοποιείται ένα άνοιγμα της σχεδιαστικής διαδικασίας σε μη ειδικούς. Παράλληλα, ο ρόλος του σχεδιαστή αλλάζει, καθώς αυτός αποποιείται την ιδιότητα του “ειδικού” και αναλαμβάνει πλέον την ευθύνη του συντονισμού των διαφορετικών -και συχνά αντιπαρατιθέμενων- απόψεων για την οργάνωση του χώρου. Εντέλει, και ο ίδιος ο σχεδιασμός μετατρέπεται σε μια διεργασία εκτόνωσης αντιθέσεων και χωρικής έκφρασης κοινωνικών ομάδων. Μπορούμε να πούμε πως η συμμετοχική προσέγγιση επιχειρεί να σεβαστεί, να αναδείξει και να ικανοποιήσει το δικαίωμα της διαφοράς, τις κοινωνικές και πολιτισμικές ιδιομορφίες, καθώς και την προσωπική ιστορία του μελλοντικού αποδέκτη-κατοίκου του αντικειμένου του σχεδιασμού.
Το θεμελιώδες ιδεολογικό πλαίσιο της συμμετοχικής προσέγγισης υπακούει στη λογική ότι η επέμβαση στον χώρο είναι -και οφείλει να λειτουργεί ως- μια κοινωνικά προσανατολισμένη δραστηριότητα. Οι πολίτες, λόγω της καθημερινής εμπειρικής σχέσης που έχουν με το περιβάλλον, είναι και αυτοί τρόπον τινά “ειδικοί”· θα πρέπει επομένως, να συμμετέχουν και αυτοί στη σχεδιαστική διαδικασία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο προκύπτουν έξι αρχές στις οποίες θεμελιώνεται η συμμετοχική προσέγγιση: α. Δεν υπάρχει “βέλτιστη λύση” σε ένα σχεδιαστικό πρόβλημα, καθώς τα κριτήρια που κατευθύνουν τις σχεδιαστικές αποφάσεις απορρέουν όχι μόνο από γεγονότα αλλά και από συμπεριφορές και διαθέσεις· συνθήκες δηλαδή, στις οποίες η αντικειμενικότητα απουσιάζει. β. Η σχεδιαστική διαδικασία πρέπει να είναι διαφανής, με κάθε βήμα της σχεδιαστικής διαδικασίας και κάθε απόφαση να εξωτερικεύεται, έτσι ώστε να είναι εφικτή η συζήτηση, η αξιολόγηση, ο έλεγχος και η παρέμβαση των πολιτών. γ. Η σχεδιαστική διαδικασία πρέπει να είναι μια συνεχής διατύπωση επιχειρημάτων, προερχόμενων από φορείς ή πρόσωπα που συμμετέχουν στο σχεδιασμό, αντιπαράθεση αυτών και επιλογή με βάση την κοινωνική αποδοχή που αυτά έχουν και όχι την “αντικειμενική” ή “επιστημονική” εγκυρότητά τους. δ. Οι σχεδιαστικές προτάσεις μπορούν να χαρακτηρίζονται μόνο ως «καλές» ή «κακές» και όχι «σωστές» ή «λανθασμένες». ε. Η σχεδιαστική διαδικασία επιδέχεται συνεχείς παλινδρομήσεις, αναθεωρήσεις και επαναπροσδιορισμούς και δεν ολοκληρώνεται απαραίτητα με τη σχεδιαστική πρόταση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, να αποδυναμώνεται το κύρος που είχε μέχρι τότε η διανοητική εργασία σε βάρος της χειρωνακτικής και αποτελεί συνέπεια της αποδυνάμωσης του ρόλου του “ειδικού”. Έτσι, αλλάζει η δομή της διαδικασίας του σχεδιασμού αλλά και τα εργαλεία σχεδιασμού. Το γραμμικό σχέδιο -αποκλειστικό εργαλείο του “ειδικού”- αντικαθίσταται σε ένα βαθμό με τρισδιάστατες απεικονίσεις και προσομοιώσεις χώρου πιο προσιτές σε μη ειδικούς. στ. Τέλος, η σχεδιαστική διαδικασία διαρθρώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται η απλότητα και η ευκολία εφαρμογής της, καθώς η παρουσία μη ειδικών επιβάλλει αυξημένη απλοποίηση, ευελιξία και σαφήνεια.
Οι παραπάνω θεμελιώδεις αρχές που ρυθμίζουν τη σχεδιαστική διαδικασία έρχονται -μέσα από μια αμφίδρομη σχέση τροφοδότησης- να επανακαθορίσουν τις απόψεις και τις αρχές για τη χωρική μορφή. Έτσι, σε επίπεδο μοναδιαίων στοιχείων, η συμμετοχική προσέγγιση αρνείται τη συνεχή επανάληψη τυποποιημένων μονάδων που σχεδιάζονται χωρίς καμία πληροφορία για τους μελλοντικούς κατοίκους. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ογκώδεις κατασκευές πολυώροφων κτηρίων εκτός ανθρώπινης κλίμακας. Αντιθέτως, κάθε μονάδα κατοικίας αποκτά ιδιαιτερότητα με την ενεργό και άμεση συμμετοχή του χρήστη, ώστε να είναι εφικτή η σύνδεση -τόσο λειτουργική όσο και συναισθηματική- του ατόμου με το καθημερινό περιβάλλον του. Επιπλέον, εισάγεται ως προϋπόθεση για μια κατοικία η οργανικότητα της. Η μορφή της θα πρέπει να ενσωματώνεται στο περιβάλλον με μια διαχρονική προσαρμοστικότητα και με δυνατότητα επέκτασης των στοιχείων της.
Σε επίπεδο γενικής διάρθρωσης στην περιοχή επέμβασης, η συμμετοχική προσέγγιση θέτει ως προϋπόθεση την έλλειψη κανονικότητας. Αποφεύγεται έτσι η χρήση καννάβου, καθώς οι εφαρμογές του θεωρείται ότι απέτυχαν να δημιουργήσουν “ζωντανούς” χώρους. Η κλίμακα μειώνεται, το ενδιαφέρον για τον ελεύθερο χώρο και τον αστικό σχεδιασμό μεγαλώνει και η λειτουργική διάρθρωση κατευθύνεται σε μικρότερες και αυτοδύναμες ενότητες. Οι αποστάσεις των κτιρίων μικραίνουν, η πυκνότητα μεγαλώνει και η διαφοροποίηση των δικτύων πεζών - οχημάτων γίνεται λιγότερο αυστηρή.
Στο επίπεδο της εφαρμογής της σχεδιαστικής πρότασης, η σχέση μεταξύ κατασκευής και μελέτης γίνεται δυναμικότερη -με πολλές από τις σχεδιαστικές αποφάσεις να λαμβάνονται στο χώρο της κατασκευής. Επίσης, αρκετές είναι οι καινοτομίες στην κατασκευαστική διαδικασία, όπως η διαμόρφωση ευέλικτων σκελετών για τη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου από τους χρήστες και η επιδίωξη να κινηθεί η κατασκευή σε αργούς ρυθμούς που θα επιτρέπουν ενδεχόμενη αναθεώρηση του σχεδιασμού.
Οι αλλαγές που επέβαλλε η συμμετοχική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό δεν θα μπορούσαν να μη συνοδεύονται από τις αντίστοιχες θεωρητικές διερευνήσεις. Καθώς η σχεδιαστική διαδικασία είναι μια κοινωνική δραστηριότητα -με κοινωνικά υποκείμενα τον σχεδιαστή και τον αποδέκτη-, δίνεται προβάδισμα στις ανθρωπιστικές επιστήμες και όχι στις θετικές· γεγονός που επιφέρει ένα συνολικό επαναπροσδιορισμό της σχεδιαστικής πρακτικής. Οι απόψεις του κοινού για τον χώρο και η ανάδειξη της σημασίας που έχει η συμμετοχή του στον σχεδιασμό του, γίνονται αντικείμενο μελέτης. Θεωρείται ότι η συμμετοχή αυτή συμβάλλει στην ομαλή κοινωνική συμβίωση, στην ανάπτυξη του αισθήματος κοινωνικής υπευθυνότητας και στη διεύρυνση των στενών ορίων της ιδιωτικής ζωής. Έτσι, για να είναι η συμμετοχή αυτή επιτυχής, κρίνεται απαραίτητη η διαμόρφωση μιας γλώσσας κοινής -για τον σχεδιαστή, τον κατασκευαστή και τον χρήστη- που θα επιτρέπει την ανταλλαγή απόψεων και την αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Επίσης, αξιοποιούνται τεχνικές συλλογής πληροφοριών σχετικά με τους πολίτες, όπως τα ερωτηματολόγια, τις οποίες και επεξεργάζονται με τη στατιστική.
Η συμμετοχική προσέγγιση αποτέλεσε τομή στον αστικό σχεδιασμό με την επικέντρωσή της στην ανθρωποκεντρική και δημοκρατική προτεραιότητα, όσον αφορά την προσπάθεια επίλυσης του σχεδιαστικού προβλήματος. Η αποτυχία των προγενέστερων αυτής προσεγγίσεων οδήγησε τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους στο να συνυπάρξουν με τους μη ειδικούς και να δημιουργήσουν μαζί με αυτούς νέες ποιότητες αρχιτεκτονικής, που αντανακλούν τον σεβασμό στον χρήστη-πολίτη και το περιβάλλον-πόλη. Ταυτόχρονα, απέδειξε ότι μια τέτοια αρχιτεκτονική είναι όχι μόνο είναι εφικτή αλλά και πετυχημένη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου