Δημιουργική Προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό
Είναι γεγονός ότι, κατά την περίοδο των αρχών της δεκαετίας του ’60 γίνεται η προσπάθεια διατύπωσης των πρώτων μεθοδολογικών προτάσεων για τη διάθρωση της σχεδιαστικής διαδικασίας. Γίνεται η καταγραφή διαφόρων απόψεων για τον σχεδιασμό γενικότερα, αλλά και την κατανόηση της αρχιτεκτονικής του κτιρίου και της πόλης ειδικότερα. Μία από αυτές τις προσεγγίσεις για τον αστικό σχεδιασμό είναι και η δημιουργική.
Η δημιουργική προσέγγιση εμφανίζεται κυρίως στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 και βασικός της στόχος είναι να επιτύχει την επίλυση κάποιων προβλημάτων που δημιούργησε τα περασμένα χρόνια η συστηματική προσέγγιση και να επαναφέρει στο προσκήνιο σχεδιαστικές πρακτικές που είχαν εκτοπιστεί και αμφισβητηθεί και να τις αξιοποιήσει κατάλληλα με την βοήθεια των σύγχρονων δεδομένων και μέσων. Γενικά, αναπτύσσεται ένας κριτικός λόγος απέναντι στη συστηματική προσέγγιση, μέσω της δημιουργικής, αμφισβητώντας τις υποθέσεις και τις πρακτικές που αυτή υποστήριζε.
Αυτό που υποστηρίζει η δημιουργική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό είναι η έννοια της δημιουργικότητας, η οποία κάνει τις δραστηριότητες πιο περίτεχνες και η συνθετική πράξη επίκειται στη διανοητική ικανότητα του σχεδιαστή, η οποία όμως δεν επιδέχεται τον απαραίτητο και συνειδητό έλεγχο. Το περιεχόμενο των απόψεων και των ιδεών του σχεδιαστή επηρεάζονται από διάφορους εξωτερικούς παράγοντες κατευθύνοντας έτσι και τον τρόπο σχεδιασμού. Με αυτόν τον τρόπο το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το σχεδιασμό στη διανόηση του σχεδιαστή και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την απομάκρυνση από τη σχεδιαστική πράξη και ό,τι αυτή απεικονίζει. Παρόλα αυτά σύμφωνα με τον Jones η δημιουργική σκέψη επέφερε περισσότερα νεωτεριστικά αποτελέσματα από ότι η εφαρμογή επιστημονικών και συστηματικών μεθόδων. Ακόμα και οι μελετητές που υποστήριζαν και εργάζονταν με βάση τις πρακτικές της συστηματικής μεθόδου αμφισβητούν την καθαρά ορθολογική ανάλυση όλων των παραμέτρων και τις υποβάλλουν σε ποιοτικές αξιολογήσεις, οι οποίες θέλουν και πρέπει να είναι σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια. Επομένως, η μετάβαση από τη συστηματική στη δημιουργική προσέγγιση γίνεται τόσο σταδιακά όσο κριτικά, δηλαδή, ο σχεδιασμός ακολουθεί τα παλιά πρότυπα ενσωματώνοντας στοιχεία και μηχανισμούς αντικειμενικής κρίσης με βάση την ιδεολογία και την εμπειρία του σχεδιαστή.
Όμως πρέπει να αναρωτηθεί κανείς τι είναι αυτό που οδήγησε σε αυτή τη στροφή πορείας και ιδεολογίας. Πλέον θέτονται θεωρητικά ερωτήματα, τα οποία δεν μπορεί να απαντήσει η διεπιστημονική προσέγγιση στο σχεδιασμό και επίσης οι συστηματικές μέθοδοι κατηγορούνται για ποσοτικοποίηση των παραμέτρων των προβλημάτων, κάτι που περιόριζε την ικανότητα του σχεδιαστή στο χειρισμό μη ποσοτικοποιημένων αξιών. Έτσι έρχεται η δημιουργική προσέγγιση να επιχειρήσει να απαντήσει με το δικό της τρόπο παραμένοντας συνεπής στο νεο-θετικιστικό επιστημονικό πλαίσιο. Παράλληλα, παρατηρείται ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον και στροφή στην ψυχολογία και στις γνώσεις της, οι οποίες μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη δημιουργικών δράσεων και στη διερεύνηση των συμπεριφορών του σχεδιαστή και την καταγραφή των διανοητικών του χειρισμών. Τρεις είναι οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στη δημιουργική προσέγγιση και επηρέασαν την ανάπτυξη της δημιουργικότητας και της αξιοποίηση της διαίσθησης. Η ανάπτυξη του φιλοσοφικού προβληματισμού, που είναι και ο πρώτος παράγοντας, είχε ιδιαίτερη διάδοση και αποτέλεσμα αυτού είναι και η εκτίμηση της δημιουργικότητας που ενίσχυσε τα δυτικά ερευνητικά προγράμματα δημιουργώντας ανταγωνισμό μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Η.Π.Α., που είναι ο δεύτερος παράγοντας. Όσον αφορά στον τελευταίο και σημαντικότερο παράγοντα φαίνεται ότι οι ορθολογικές συστηματικές διαδικασίες δεν επέφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα και η δημιουργική προσέγγιση κατάφερε να περάσει στη συνείδηση των ανθρώπων ότι οι παλαιότερες τεχνικές επέφεραν την αποτυχία της τεχνοκρατικής αστικής διαχείρισης.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι, με αφετηρία τη δημιουργική προσέγγιση τα μαθηματικά και η λογική σιγά-σιγά παραμερίζονται δίνοντας τη θέση τους στο θεωρητικό λόγο και κατ’ επέκταση και σε άλλες προσεγγίσεις για το σχεδιασμό, όπως η συμμετοχική και η μετα-μοντέρνα. Βέβαια, στόχος της δημιουργικής είναι η εξέλιξη αλλά και η συνεργασία μεταξύ των διάφορων προσεγγίσεων. Συγκεκριμένα, ο σχεδιαστής πλέον θεωρείται ειδικός, ενώ η διατύπωση νέων τεχνικών με εύκαμπτες δομές τον βοηθούν να παράγει ιδέες, οι οποίες όμως υποβάλλονται σε κριτική αξιολόγηση.
Η δημιουργική προσέγγιση χαρακτηρίζεται από μια σχετική ετερογένεια ως προς τις αρχές της, οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με εκείνες της συστηματικής προσέγγισης. Η κατανόηση της δημιουργικής προσέγγισης προκύπτει από την ανάλυση τριών βασικών ζητημάτων, τα οποία χαρακτηρίζουν τη δεκαετία του ’60 αλλά και τις εποχές και σχεδιαστικές αναζητήσεις που θα ακολουθήσουν. Η δημιουργική προσέγγιση αμφισβητεί ότι υπάρχει μία τέλεια διαδικασία σχεδιασμού και ότι η προσκόλληση σε κάποιες πρακτικές δεν μπορεί να οδηγήσει σε καινοτόμα αποτελέσματα, ειδικά όταν λαμβάνονται υπόψη οι αναμονές των πολιτών οι πρωτότυπες διαδικασίες θεωρούνται ότι οδηγούν σε συμβατικά αποτελέσματα, γι’ αυτό υπάρχει εμπιστοσύνη στην ικανότητα του σχεδιαστή για να αποδώσει το ζητούμενο με πρωτότυπο και κοινωνικά αποδεκτό τρόπο. Το επόμενο ζήτημα είναι η μέθοδος, η οποία θα πρέπει να προσαρμόζεται στο εκάστοτε σχεδιαστικό πρόβλημα, να δέχεται επιμέρους μεθοδολογικές προσεγγίσεις και φυσικά να δίνει μεγάλη σημασία στη δημιουργικότητα του σχεδιαστή και στην ανάπτυξη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Δηλαδή, πλέον δίνεται μεγάλη σημασία σε κοινωνικο-ιδεολογικούς παράγοντες, ενώ η χρήση των μαθηματικών θεωρείται προβληματική. Όσον αφορά στη μορφή, το τελευταίο ζήτημα οι σχεδιαστές αναζητούν μορφές ευέλικτες που μπορούν να προσαρμόζονται στις κοινωνικο-ιδεολογικές ιδιορρυθμίες. Γενικά, αναπτύσσεται η αντιπαράθεση μεταξύ «γεωμετρικής καθαρότητας» και «ασάφειας» της χωρικής μορφής, όπου η ασάφεια είναι ένας συνδυασμός πολλών ποιοτήτων, οι οποίες αφορούν τη μορφή και όχι τις λειτουργικές δυνατότητες. Οι θεωρήσεις σχετικά με τις χωρικές μορφές είναι αυτές που θα απομακρύνουν το σχεδιασμό από τις αρχές του μοντέρνου κινήματος και θα τον οδηγήσουν στο μεταμοντέρνο.
Εξετάζοντας την επιστημονική φυσιογνωμία της δημιουργικής προσέγγισης παρατηρεί κάποιος την όλο και μεγαλύτερη σχέση και εξάρτηση της δημιουργικότητας από την ψυχολογία. Αυτή είναι η σχέση που ασκεί έναν ιδιαίτερα κριτικό λόγο απέναντι στις πρακτικές της συστηματικής προσέγγισης. Ο σχεδιαστής δε λειτουργεί σαν απομονωμένος στοχαστής, αλλά αντίθετα εξωτερικεύει τις σκέψεις του χρησιμοποιώντας κάθε δυνατό μέσο, όπως το σκίτσο για να αποτυπώσει και να παγιώσει τις ιδέες του. Έτσι βλέπουμε ότι η δημιουργική προσέγγιση επαναφέρει το αρχιτεκτονικό σχέδιο, το οποίο γίνεται αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι το επηρεάζουν και καταλήγουν στη δεκαετία του ’80 να το αμφισβητήσουν και να το απομυθοποιήσουν σαν εικαστικό προϊόν.
Σημαντικό παράγοντα στη δημιουργική προσέγγιση διαδραματίζει η δημιουργικότητα, η οποία στη δεκαετία του ’60 θεωρούνταν δεξιοτεχνία και η άνθρωποι που την εξέφραζαν αποτελούσαν αντικείμενο ψυχολογικής διερεύνησης. Οι μελέτες κατευθύνθηκαν προς δύο προσανατολισμούς. Η εξέταση της προσωπικότητας με βάση τους άξονες: δημιουργικότητα-προσωπικότητα, δημιουργικότητα- εμπειρία και δημιουργικότητα-νοημοσύνη, ενώ ο δεύτερος προσανατολισμός επικεντρώνεται στη μελέτη της δομής της δημιουργικής πράξης και είναι αυτός που διαμόρφωσε την επιστημονική φυσιογνωμία της δημιουργικής προσέγγισης. Έτσι βγαίνει το συμπέρασμα ότι στον τομέα της τεχνολογίας δημιουργική πράξη θεωρείται αυτή που προκύπτει με περισσότερο κομψό τρόπο, ενώ στον τομέα της ψυχολογίας θεωρείται ο καλύτερος συνδυασμός του συνόλου των ιδεών.
Ως αποτέλεσμα των μελετών για τη δημιουργική πράξη προκύπτουν πέντε στάδια βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση αυτής. Αυτά είναι η πρώτη ενόραση, δηλαδή η κατανόηση του προβλήματος, η προετοιμασία, που είναι μία διαδικασία εύρεσης της ιδέας. Βέβαια, πάντα γίνεται ένα πισωγύρισμα και μια παλινδρόμηση ανάμεσα στα δύο στάδια. Το επόμενο στάδιο είναι η επώαση, που είναι μία διανοητική εργασία που καταλήγει στην έμπνευση που φέρεται αρχικά ότι θα επιλύσει το σχεδιαστικό πρόβλημα και επιβεβαιώνεται ότι είναι η κατάλληλη λύση με το τελευταίο στάδιο την επαλήθευση. Αυτή η πορεία γενικά υιοθετήθηκε και σε διάφορες σχολές περνώντας από το ένα στάδιο στο άλλο με «δημιουργικά άλματα».
Συνοψίζοντας, η δημιουργική προσέγγιση εισάγει στο σχεδιασμό το θεωρητικό λόγο και κρίνει τις πρακτικές που ακολουθήθηκαν κατά τη συστηματική προσέγγιση. Η ψυχολογική διερεύνηση της δημιουργικότητας και της σχεδιαστικής διαδικασίας είναι αυτή που κάνει τη διαφορά σε αυτή την προσέγγιση αμφισβητώντας παράλληλα και τη δυνατότητα των ορθολογιστικών πρακτικών. Δηλαδή, με την αναθεώρηση των παλαιότερων τεχνικών αναπαράστασης, όπως το σκίτσο, εκτοπίζει την αυτοματοποίηση της συστηματικής προσέγγισης και δημιουργεί νέους τρόπους αντιμετώπισης του σχεδιασμού μέσα από τις ιδιομορφίες και τις απαιτήσεις των ανθρώπων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου