Η Συμμετοχική Προσέγγιση
Η συμμετοχική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμού αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του '70, απορρίπτοντας τις βασικές αρχές προβληματισμού των προσεγγίσεων της δεκαετίας του '60 και θέτοντας στη σχεδιαστική πρακτική έναν νέο άξονα προσανατολισμού που χαρακτηρίζεται από την ισχυρή παρουσία μιας πολιτικής οπτικής. Ο πολιτικός χαρακτήρας των παρεμβάσεων στο χώρο απορρέει από την άποψη ότι αυτές χειρίζονται κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα. Αποτέλεσμα αυτής της τοποθέτησης απέναντι στη σχεδιαστική πρακτική είναι οι ριζικές αναθεωρήσεις επί της διαδικασίας του σχεδιασμού και επί του ρόλου του σχεδιαστή.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των προτάσεων της συμμετοχικής προσέγγισης είναι το άνοιγμα της σχεδιαστικής διαδικασίας σε μη ειδικούς και η συμμετοχή του κοινού στις σχεδιαστικές αποφάσεις. Αντίθετα με την επιστημονικοφανή πρακτική των μεθόδων του ΄60, οι οποίες στηρίζονταν στην καθαρότητα μαθηματικών συναρτήσεων και στην αυθεντία των ειδικών, οι συμμετοχικές πρακτικές στηρίζονται στη σαφήνεια των επιχειρημάτων μεταξύ διαφορετικών και συχνά αντιτιθέμενων αναγκών και απαιτήσεων που τελικά διαμορφώνουν και τις τελικές επιλογές. Ως εκ τούτου, ο ρόλος του σχεδιαστή αναθεωρείται και παίρνει χαρακτήρα συντονιστικό μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων απόψεων.
Η διαφοροποίηση αυτή της σχέσης σχεδιαστή-χρήστη και ο γενικότερος επαναπροσδιορισμός της σχεδιαστικής διαδικασίας, απορρέει από τις συνέπειες και τις αντιδράσεις στις προγενέστερες απόψεις για την οργάνωση και το σχεδιασμό του αστικού χώρου. Στις αρχές της δεκαετίας του '70, με την επικράτηση της φιλελεύθερης όψης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, η συμμετοχή εμφανίζεται σαν το μέσο εκτόνωσης πιέσεων που προέρχονται τόσο από τις διεκδικήσεις θιγμένων κοινωνικών ομάδων από τις ως τότε εφαρμοζόμενες πολιτικές στο σχεδιασμό του αστικού χώρου, όσο και από το ίδιο το κράτος που λόγω οικονομικής κρίσης αδυνατεί πλέον να συντηρήσει μεγάλης κλίμακας επεμβάσεις. Έτσι ο πολίτης έρχεται στο προσκήνιο είτε ως μοναδικός φορέας διαμόρφωσης του περιβάλλοντός του είτε ως ικανός να συμμετέχει με τη βοήθεια ειδικών στις διαδικασίες λήψεις αποφάσεων που αφορούν το χώρο της καθημερινής του διαβίωσης.
Το θεμελιώδες ιδεολογικό πλαίσιο της συμμετοχικής προσέγγισης συνίσταται από την άποψη ότι οι πολίτες είναι σε θέση να αποφασίζουν για την οργάνωση του χώρου στον οποίο ζουν, ανεξάρτητα από το αν διαθέτουν ειδική εκπαίδευση ή όχι. Η καθημερινή εμπειρία του περιβάλλοντα χώρου τους και η άμεση γνώση των πραγματικών αναγκών τους, τους καθιστά εν τέλει περισσότερο καταρτισμένους από τους επαγγελματίες σχεδιαστές.
Από την άποψη αυτή απορρέουν έξι βασικές αρχές που ρυθμίζουν τη σχεδιαστική διαδικασία στις συμμετοχικές πρακτικές. Η πρώτη από αυτές είναι ότι δεν υπάρχει βέλτιστη λύση σ ένα σχεδιαστικό πρόβλημα, άλλα ένας αριθμός λύσεων από τις οποίες δεν μπορεί να προσδιοριστεί η αντικειμενικά σωστή, καθώς οι αποφάσεις είναι κάθε φορά εξαρτημένες από τις αξίες που υιοθετούν αυτοί που τις λαμβάνουν. Επιπλέον, η σχεδιαστική διαδικασία πρέπει να είναι περισσότερο διαφανής, γεγονός που μεταφράζεται σε συζήτηση μεταξύ των πολιτών οποιουδήποτε βήματος και απόφασης κατά τη σχεδιαστική διαδικασία. Η τρίτη αρχή ορίζει τη σχεδιαστική διαδικασία ως συνεχή διαδικασία διατύπωσης επιχειρημάτων για δράσεις ή επιλογές το κύρος των οποίων απορρέει από την ευρύτητα της κοινωνικής αποδοχής τους. Όσο αφορά τις σχεδιαστικές προτάσεις, αυτές δεν χαρακτηρίζονται σαν σωστές ή λανθασμένες αλλά μόνο σαν καλές ή κακές, καθώς οι αποφάσεις των ειδικών δεν είναι κατ'΄ανάγκη καλύτερες από των υπολοίπων. Ακόμη, η σχεδιαστική διαδικασία επιδέχεται συνεχείς παλινδρομήσεις, αναθεωρήσεις και επαναπροσδιορισμός και δεν θεωρείται ότι ολοκληρώνεται οριστικά με τη σχεδιαστική πρόταση. Η σχεδιαστικές αποφάσεις επεκτείνονται μέσα στην κατασκευαστική διαδικασία με συνέπεια την αποδυνάμωση του κύρους της διανοητικής εργασίας έναντι της κατασκευής αλλά και την περαιτέρω αποδυνάμωση του ειδικού. Τέλος, η σχεδιαστική διαδικασία θα πρέπει να διαρθρώνεται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η απλότητα και η ευκολία της εφαρμογής της, προς αποτελεσματικότερη συμμετοχή των πολιτών.
Με βάση τις αρχές αυτές επαναπροσδιορίζονται και οι αρχές που διέπουν τη χωρική μορφή. Σύμφωνα με αυτές, σε επίπεδο μοναδιαίων στοιχείων, η συμμετοχική προσέγγιση αρνείται την επανάληψη τυποποιημένων μονάδων και την κατασκευή κτιρίων εκτός της ανθρώπινης κλίμακας. Αντίθετα, προτείνεται η ιδιαιτερότητα κάθε μονάδας κατοικίας, η οποία και εξασφαλίζεται με την ενεργό συμμετοχή των μελλοντικών της κατοίκων. Ακόμη, επιδιώκεται η εξασφάλιση της οργανικότητας των μορφών και της διαχρονικής τους προσαρμοστικότητας.
Όσο αφορά τη γενική διάρθρωση στην περιοχή επέμβασης, η συμμετοχική προσέγγιση απορρίπτει τη γεωμετρική κανονικότητα του καννάβου και προτείνει η διάταξη των όγκων να ορίζεται από σχέσεις που διαμορφώνονται από συμμετοχικές δυναμικές και πρότυπα. Η κλίμακα μειώνεται, το ενδιαφέρον για τον ελεύθερο χώρο και τον αστικό σχεδιασμό μεγαλώνει και η λειτουργική διάρθρωση προσανατολίζεται σε μικρότερες και αυτοδύναμες ενότητες. Οι αποστάσεις των κτιρίων μικραίνουν, η πυκνότητα αυξάνεται και η διαφοροποίηση των δικτύων πεζών και οχημάτων γίνεται λιγότερο αυστηρή.
Σχετικά με την εφαρμογή της σχεδιαστική πρότασης, εφαρμόζεται ένα σύστημα συνεχούς ανταλλαγής απόψεων μεταξύ μελετητή και κατασκευαστή σε όλη τη διάρκεια του έργου, με πολλές αποφάσεις να λαμβάνονται επί τόπου στο χώρο της κατασκευής.
Οι αλλαγές που επέφερε η συμμετοχική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό συνοδεύεται και από την ανάλογη διατύπωση θεωρητικού λόγου.
Η σημασία της συμμετοχής του κοινού στις αποφάσεις που αφορούν το περιβάλλον του γίνονται αντικείμενα διερεύνησις τόσο της κοινωνιολογίας όσο και των πολιτικών επιστημών. Δίνεται επομένως προτεραιότητα στις ανθρωπιστικές έναντι των θετικών επιστημών, καθώς ο σχεδιασμός αποτελεί μια κοινωνική δραστηριότητα Η συμμετοχή του κοινού θεωρείται ότι αναπτύσσει το αίσθημα κοινωνικής υπευθυνότητας και μέσα από αυτό διευρύνει τα στενά όρια της ιδιωτικής ζωής.
Σύμφωνα λοιπόν με τις συμμετοχικές προσεγγίσεις, το ενδιαφέρον στο σχεδιασμό του αστικού χώρου επικεντρώνεται στις απαιτήσεις, τις επιλογές και τα ενδιαφέροντα του κοινού, γεγονός που δίνει ιδιάζουσα σημασία στο θέμα της αποκατάστασης της επικοινωνίας μαζί του.
Για το σκοπό αυτό, υποστηρίζεται ότι είναι απαραίτητα η δημιουργία μιας κοινής γλώσσας μεταξύ του σχεδιαστή του κατασκευαστή και του χρήστη, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότερη ανταλλαγή επιχειρημάτων. Για τον ίδιο λόγο, χρησιμοποιούνται και διάφορες τεχνικές συλλογής πληροφοριών όπως τα ερωτηματολόγια , τα αποτελέσματα των οποίων επεξεργάζονται με τις μεθόδους της στατιστικής.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των προτάσεων της συμμετοχικής προσέγγισης είναι το άνοιγμα της σχεδιαστικής διαδικασίας σε μη ειδικούς και η συμμετοχή του κοινού στις σχεδιαστικές αποφάσεις. Αντίθετα με την επιστημονικοφανή πρακτική των μεθόδων του ΄60, οι οποίες στηρίζονταν στην καθαρότητα μαθηματικών συναρτήσεων και στην αυθεντία των ειδικών, οι συμμετοχικές πρακτικές στηρίζονται στη σαφήνεια των επιχειρημάτων μεταξύ διαφορετικών και συχνά αντιτιθέμενων αναγκών και απαιτήσεων που τελικά διαμορφώνουν και τις τελικές επιλογές. Ως εκ τούτου, ο ρόλος του σχεδιαστή αναθεωρείται και παίρνει χαρακτήρα συντονιστικό μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων απόψεων.
Η διαφοροποίηση αυτή της σχέσης σχεδιαστή-χρήστη και ο γενικότερος επαναπροσδιορισμός της σχεδιαστικής διαδικασίας, απορρέει από τις συνέπειες και τις αντιδράσεις στις προγενέστερες απόψεις για την οργάνωση και το σχεδιασμό του αστικού χώρου. Στις αρχές της δεκαετίας του '70, με την επικράτηση της φιλελεύθερης όψης του μονοπωλιακού καπιταλισμού, η συμμετοχή εμφανίζεται σαν το μέσο εκτόνωσης πιέσεων που προέρχονται τόσο από τις διεκδικήσεις θιγμένων κοινωνικών ομάδων από τις ως τότε εφαρμοζόμενες πολιτικές στο σχεδιασμό του αστικού χώρου, όσο και από το ίδιο το κράτος που λόγω οικονομικής κρίσης αδυνατεί πλέον να συντηρήσει μεγάλης κλίμακας επεμβάσεις. Έτσι ο πολίτης έρχεται στο προσκήνιο είτε ως μοναδικός φορέας διαμόρφωσης του περιβάλλοντός του είτε ως ικανός να συμμετέχει με τη βοήθεια ειδικών στις διαδικασίες λήψεις αποφάσεων που αφορούν το χώρο της καθημερινής του διαβίωσης.
Το θεμελιώδες ιδεολογικό πλαίσιο της συμμετοχικής προσέγγισης συνίσταται από την άποψη ότι οι πολίτες είναι σε θέση να αποφασίζουν για την οργάνωση του χώρου στον οποίο ζουν, ανεξάρτητα από το αν διαθέτουν ειδική εκπαίδευση ή όχι. Η καθημερινή εμπειρία του περιβάλλοντα χώρου τους και η άμεση γνώση των πραγματικών αναγκών τους, τους καθιστά εν τέλει περισσότερο καταρτισμένους από τους επαγγελματίες σχεδιαστές.
Από την άποψη αυτή απορρέουν έξι βασικές αρχές που ρυθμίζουν τη σχεδιαστική διαδικασία στις συμμετοχικές πρακτικές. Η πρώτη από αυτές είναι ότι δεν υπάρχει βέλτιστη λύση σ ένα σχεδιαστικό πρόβλημα, άλλα ένας αριθμός λύσεων από τις οποίες δεν μπορεί να προσδιοριστεί η αντικειμενικά σωστή, καθώς οι αποφάσεις είναι κάθε φορά εξαρτημένες από τις αξίες που υιοθετούν αυτοί που τις λαμβάνουν. Επιπλέον, η σχεδιαστική διαδικασία πρέπει να είναι περισσότερο διαφανής, γεγονός που μεταφράζεται σε συζήτηση μεταξύ των πολιτών οποιουδήποτε βήματος και απόφασης κατά τη σχεδιαστική διαδικασία. Η τρίτη αρχή ορίζει τη σχεδιαστική διαδικασία ως συνεχή διαδικασία διατύπωσης επιχειρημάτων για δράσεις ή επιλογές το κύρος των οποίων απορρέει από την ευρύτητα της κοινωνικής αποδοχής τους. Όσο αφορά τις σχεδιαστικές προτάσεις, αυτές δεν χαρακτηρίζονται σαν σωστές ή λανθασμένες αλλά μόνο σαν καλές ή κακές, καθώς οι αποφάσεις των ειδικών δεν είναι κατ'΄ανάγκη καλύτερες από των υπολοίπων. Ακόμη, η σχεδιαστική διαδικασία επιδέχεται συνεχείς παλινδρομήσεις, αναθεωρήσεις και επαναπροσδιορισμός και δεν θεωρείται ότι ολοκληρώνεται οριστικά με τη σχεδιαστική πρόταση. Η σχεδιαστικές αποφάσεις επεκτείνονται μέσα στην κατασκευαστική διαδικασία με συνέπεια την αποδυνάμωση του κύρους της διανοητικής εργασίας έναντι της κατασκευής αλλά και την περαιτέρω αποδυνάμωση του ειδικού. Τέλος, η σχεδιαστική διαδικασία θα πρέπει να διαρθρώνεται έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η απλότητα και η ευκολία της εφαρμογής της, προς αποτελεσματικότερη συμμετοχή των πολιτών.
Με βάση τις αρχές αυτές επαναπροσδιορίζονται και οι αρχές που διέπουν τη χωρική μορφή. Σύμφωνα με αυτές, σε επίπεδο μοναδιαίων στοιχείων, η συμμετοχική προσέγγιση αρνείται την επανάληψη τυποποιημένων μονάδων και την κατασκευή κτιρίων εκτός της ανθρώπινης κλίμακας. Αντίθετα, προτείνεται η ιδιαιτερότητα κάθε μονάδας κατοικίας, η οποία και εξασφαλίζεται με την ενεργό συμμετοχή των μελλοντικών της κατοίκων. Ακόμη, επιδιώκεται η εξασφάλιση της οργανικότητας των μορφών και της διαχρονικής τους προσαρμοστικότητας.
Όσο αφορά τη γενική διάρθρωση στην περιοχή επέμβασης, η συμμετοχική προσέγγιση απορρίπτει τη γεωμετρική κανονικότητα του καννάβου και προτείνει η διάταξη των όγκων να ορίζεται από σχέσεις που διαμορφώνονται από συμμετοχικές δυναμικές και πρότυπα. Η κλίμακα μειώνεται, το ενδιαφέρον για τον ελεύθερο χώρο και τον αστικό σχεδιασμό μεγαλώνει και η λειτουργική διάρθρωση προσανατολίζεται σε μικρότερες και αυτοδύναμες ενότητες. Οι αποστάσεις των κτιρίων μικραίνουν, η πυκνότητα αυξάνεται και η διαφοροποίηση των δικτύων πεζών και οχημάτων γίνεται λιγότερο αυστηρή.
Σχετικά με την εφαρμογή της σχεδιαστική πρότασης, εφαρμόζεται ένα σύστημα συνεχούς ανταλλαγής απόψεων μεταξύ μελετητή και κατασκευαστή σε όλη τη διάρκεια του έργου, με πολλές αποφάσεις να λαμβάνονται επί τόπου στο χώρο της κατασκευής.
Οι αλλαγές που επέφερε η συμμετοχική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό συνοδεύεται και από την ανάλογη διατύπωση θεωρητικού λόγου.
Η σημασία της συμμετοχής του κοινού στις αποφάσεις που αφορούν το περιβάλλον του γίνονται αντικείμενα διερεύνησις τόσο της κοινωνιολογίας όσο και των πολιτικών επιστημών. Δίνεται επομένως προτεραιότητα στις ανθρωπιστικές έναντι των θετικών επιστημών, καθώς ο σχεδιασμός αποτελεί μια κοινωνική δραστηριότητα Η συμμετοχή του κοινού θεωρείται ότι αναπτύσσει το αίσθημα κοινωνικής υπευθυνότητας και μέσα από αυτό διευρύνει τα στενά όρια της ιδιωτικής ζωής.
Σύμφωνα λοιπόν με τις συμμετοχικές προσεγγίσεις, το ενδιαφέρον στο σχεδιασμό του αστικού χώρου επικεντρώνεται στις απαιτήσεις, τις επιλογές και τα ενδιαφέροντα του κοινού, γεγονός που δίνει ιδιάζουσα σημασία στο θέμα της αποκατάστασης της επικοινωνίας μαζί του.
Για το σκοπό αυτό, υποστηρίζεται ότι είναι απαραίτητα η δημιουργία μιας κοινής γλώσσας μεταξύ του σχεδιαστή του κατασκευαστή και του χρήστη, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότερη ανταλλαγή επιχειρημάτων. Για τον ίδιο λόγο, χρησιμοποιούνται και διάφορες τεχνικές συλλογής πληροφοριών όπως τα ερωτηματολόγια , τα αποτελέσματα των οποίων επεξεργάζονται με τις μεθόδους της στατιστικής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου