Η συστηματική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό έκανε την εμφάνιση της στη δεκαετία του ’50. Ξεκινώντας από τη Γερμανία, πήρε προεκτάσεις σταδιακά στην Αγγλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά. Ο βασικός λόγος εμφάνισής της ήταν η αδυναμία αντιμετώπισης των νέων συνθηκών παραγωγής της εποχής. Η έλλειψη θεωρητικής κατάρτισης σε συνδυασμό με την έλλειψη εμπειρίας σε εφαρμογές πολεοδομικού προγραμματισμού μεγάλης κλίμακας καθιστούσαν δύσκολη έως και αδύνατη τη σωστή διαχείριση των συνθηκών παραγωγής. Η αστική θεωρία (urban theory) προέτασσε τη διάσταση ανάμεσα σε θεωρία και πρακτική, σε αστική παρέμβαση και πολεοδομική θεωρία. Το γεγονός αυτό οδήγησε στη δημιουργία ενός συστηματικού τρόπου αντιμετώπισης του αστικού σχεδιασμού.
Η συστηματική προσέγγιση διέπεται από ορισμένες βασικές αρχές. Πρώτα και κύρια, ορίζεται ότι το αποτέλεσμα της σχεδιαστικής πρακτικής μπορεί να είναι υψηλής ποιότητας μόνο όταν παράγεται μέσα από συστηματικά διαρθρωμένες και διαφανείς σχεδιαστικές διαδικασίες. Οι τελευταίες οφείλουν να στηρίζονται αποκλειστικά και μόνο στην πληροφορία που τους δίνεται να χειριστούν. Ως πληροφορία εννοείται το σύνολο των διατυπωμένων προτάσεων που περιγράφουν τις δεσμεύσεις του προβλήματος όπως επίσης και τις απαιτήσεις που κατευθύνουν τη λύση του. Επιβάλλεται επομένως, ο συστηματικός και ορθολογικός χειρισμός της πληροφορίας έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η βέλτιστη ποιότητα του τελικού προϊόντος.
Συνεχίζοντας την ανάλυση των βασικών αρχών που διέπουν τη συστηματική σχεδιαστική διαδικασία θα πρέπει να ξεκαθαρισθεί η μορφή αυτής της σχεδιαστικής διαδικασίας. Η μορφή αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι ο συστηματικός και οριστικός προσδιορισμός των σκοπών, των επιδιώξεων, των μεταβλητών που επηρεάζουν τις αποφάσεις όπως επίσης και των κριτηρίων που θα προσδιορίσουν την ορθότητα της διαδικασίας, πρέπει να γίνεται πάντα και να είναι ελεγχόμενος. Προκύπτει, έτσι, μια ελεγχόμενη διαδικασία σχεδιασμού η οποία δεν επιτρέπει στον σχεδιαστή να αναθεωρεί και να μετασχηματίζει ανεξέλεγκτα τις αρχικές αποφάσεις. Σε περίπτωση που δεν μπορεί να αποφευχθεί αυτή η παλινδρόμηση, θα πρέπει να περιοριστεί και να προσδιοριστεί χρονικά μέσα στην εξέλιξη της συνθετικής πορείας.
Η συστηματική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό ακολουθεί την εξής παραδοχή: «η αναλυτική διεργασία ενός σχεδιαστικού προβλήματος είναι ριζικά ανεξάρτητη από κάθε συνθετική δραστηριότητα, αφού μόνο η ολοκλήρωση της πρώτης μπορεί να επιτρέψει την εξέλιξη της δεύτερης». Αυτή η παραδοχή προκύπτει από το γεγονός ότι η συνθετική διαδικασία αποτελείται από τρεις κύριες φάσεις: την ανάλυση, τη σύνθεση και την αξιολόγηση. Κάθε μια από αυτές τις φάσεις πρέπει να ολοκληρώνεται αυτοτελώς με τη μέγιστη δυνατή γραμμικότητα. Παρόλ’ αυτά, κάθε φάση έχει μια εισροή πληροφορίας από την προηγούμενη και μια εκροή που απευθύνεται στην επόμενη. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η σύνδεση των φάσεων και του σχεδιαστικού αποτελέσματος εν τέλει.
Βασικό συστατικό στοιχείο είναι και η διαφάνεια των σχεδιαστικών χειρισμών η οποία δεν περιορίζεται μόνο στη διατύπωση της σχεδιαστικής στρατηγικής ή στην επιλογή μιας συγκεκριμένης μεθόδου αλλά επεκτείνεται προς τον προσδιορισμό των κριτηρίων και των προτεραιοτήτων που χαρακτηρίζουν τα βήματα. Η διαφάνεια στη σχεδιαστική διαδικασία έχει αρκετά πλεονεκτήματα όπως το ότι υπάρχει συνέπεια μεταξύ των στόχων και του μέτρου επίτευξής τους, στηρίζει την ομαδική εργασία και δημιουργεί κοινό επίπεδο αναφοράς, αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εμπειρία από εφαρμογή ανάλογων συστηματικών προσεγγίσεων και τέλος, βοηθά στην εξασφάλιση βαθύτερης γνώσης της σχεδιαστικής πρακτικής. Επομένως, είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση των βασικών αρχών.
Η άρθρωση του σχεδιασμού με την επιστημονική έρευνα αποτελεί εξέλιξη της σχεδιαστικής πρακτικής του Bauhaus. Δυο από τις βασικές στρατηγικές που εισήγαγε το Bauhaus μπορούν να διακριθούν και στη λογική των συστηματικών προσεγγίσεων: πρώτον, η απόρριψη κάθε είδους ιστορικής μελέτης, η απομάκρυνση από την παράδοση και η υποστήριξη των τεχνολογικών γνώσεων και εφαρμογών και δεύτερον, η αντιμετώπιση του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού ως μια διαδικασία επίλυσης προβλήματος στην οποία η σχεδιαστική δραστηριότητα αντιμετωπίζεται σαν μια δισδιάστατη πράξη όπου αρχικά τίθεται το πρόβλημα και στη συνέχεια επιλύεται.
Όμως, το Bauhaus εμφανίζει μια ουσιαστική διαφορά στο μοντέλο ανάλυση-σύνθεση σε σχέση με τις συστηματικές προσεγγίσεις. Το πρώτο αναλύει το πρόβλημα ως κτιριολογικό πρόγραμμα το οποίο συγκεντρώνει όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα όλες τις λειτουργίες του κτιρίου. Η συνθετική διαδικασία, δηλαδή, εκφράζει τη διαδικασία του σχεδιασμού η οποία μορφοποιεί το πρόγραμμα. Στον αντίποδα αυτού, βρίσκονται οι συστηματικές προσεγγίσεις που θεωρούν ότι οι τρεις φάσεις που αναλύθηκαν παραπάνω αφορούν την ίδια τη διαδικασία του σχεδιασμού.
Οι απαιτήσεις της εποχής προέβαλαν μια ποσοτικοποίηση των ποιοτήτων η οποία επέφερε ένα σχεδιαστικό «πρόβλημα» που μεταφράζεται απαραίτητα στη γλώσσα του ορθολογισμού και των μαθηματικών. Αυτή η μαθηματικοποίηση των στοιχείων του σχεδιασμού έχει τρεις βασικές επιδράσεις στη φιλοσοφία των συστηματικών προσεγγίσεων: πρώτον, επιτρέπει τη σύγκριση των αποτελεσμάτων, των επιλογών και των αποφάσεων, δεύτερον, εξασφαλίζει την κατά το δυνατόν αλγοριθμοποίηση της σχεδιαστικής διαδικασίας και τέλος, προβάλλει την αντικειμενικότητα στη σχεδιαστική πρακτική. Επομένως, ήταν μια απαραίτητη διαδικασία που βοηθούσε τους αναλυτές να προβούν σε συμπεράσματα και να βελτιώσουν τις λύσεις τους.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η συστηματική προσέγγιση στηρίχθηκε σε δυο βασικές θεωρίες, αυτή των αποφάσεων και αυτή των συστημάτων με κυρίαρχη τη δεύτερη. Η πρώτη χρησιμοποιήθηκε κυρίως προκειμένου να εξασφαλιστούν εκείνες οι αποφάσεις που θα οδηγούσαν σε ορθολογικές και βέλτιστες απαντήσεις στα σχεδιαστικά ζητήματα ενώ η δεύτερη κάλυψε όλες τις τυποποιήσεις στης σχεδιαστικής διαδικασίας. Επειδή ακριβώς όρισε συστήματα και αρχές στον σχεδιασμό, η θεωρία των συστημάτων χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα.
Παρόλ’ αυτά, το πρόβλημα της λήψης αποφάσεων εξακολουθούσε να κυριαρχεί και έτσι η θεωρία των αποφάσεων πήρε άλλες διαστάσεις. Αναπτύχθηκε σε δυο ευρύτερες θεωρήσεις: τη θεωρία των συστημάτων (systems theory) και των επιστημών της συμπεριφοράς (behavioral science). Η πρώτη προηγείται χρονικά της δεύτερης αλλά παρά τις διαφοροποιήσεις τους δε συνιστούν δυο ανεξάρτητους προσανατολισμούς σκέψης παρά συμπορεύονται μέσα στο ίδιο «επιστημολογικό παράδειγμα του θετικισμού και των σύγχρονων νέο-ορθολογικών του αποχρώσεων».
Η θεωρία των συστημάτων έχει ως κεντρική έννοια το σύστημα που αποτελείται από αντικείμενα (objects) ή στοιχεία που διασυνδέονται με σχέσεις τόσο μεταξύ τους όσο και με το περιβάλλον τους. Δε μελετά μόνο τα ξεχωριστά μέρη μιας διαδικασίας αλλά και τις οργανικές σχέσεις που προκύπτουν από την αλληλεπίδρασή τους. Έχει ως βασικούς στόχους να ξεπεράσει την αποσπασματικότητα της γνώσης και να εξασφαλίσει αποτελεσματικότερους χειρισμούς των προβλημάτων συνθετότητας.
Η μπιχεϊβοριστική ή θετική θεώρηση (behavioral-positive theory) αναπτύχθηκε σαν απάντηση στα προβλήματα που δημιούργησε η τυποκρατική αντιμετώπιση των αποφάσεων στον σχεδιασμό. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η σχεδιαστική διαδικασία εκλαμβάνεται ως μεταβλητή και ορίζεται από μια ευρύτερη οργανωμένη δομή. Ρυθμίζεται στην ουσία από το «περιβάλλον της απόφασης». Η θεώρηση αυτή κράτησε λιγότερο αυστηρή στάση από ότι η συστημική κι αυτό γιατί η σχεδιαστική διαδικασία μόνο έμμεσα αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και επειδή μέσα από την αποδοχή της ιδιαιτερότητας κάθε παρεμβατικής δράσης, οι μεθοδολογικές προτάσεις αποκτούσαν κατά κάποιο τρόπο μονογραφικό χαρακτήρα.
Εν κατακλείδει, η συστηματική προσέγγιση στον αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό υπήρξε το «κλειδί» για την επίλυση των προβλημάτων της δεκαετίας του ’50 και υιοθετήθηκε καθολικά για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Το θεωρητικό πλαίσιο που την περιέκλειε και τη διαμόρφωνε ήταν ισχυρό και παγίωνε την ιδιαιτερότητά της. Προχωρώντας όμως στον χρόνο, η διαφοροποίηση των συνθηκών επέφερε και βαθιές αλλαγές στον τρόπο που σχεδιάζουμε και οι συστηματικές προσεγγίσεις εγκαταλείφθηκαν.
Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011
Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.
Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου