Η μετα-μοντέρνα προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό
Σε αυτήν την περίπτωση προσέγγισης στον αστικό και αρχιτεκτονικό σχεδιασμό δεν μπορούμε να πούμε ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα καθαρά σχηματοποιημένο και ιεραρχημένο τρόπο σκέψης και δράσης, αλλά περισσότερο με ένα σύνολο απόψεων και πρακτικών που έρχονται σε ρήξη με την ιδεολογία του μοντέρνου κινήματος. Το μετα-μοντέρνο φαίνεται να το απασχολεί η διαρκής αναζήτηση νέων πρακτικών και τρόπων προσέγγισης του δομημένου περιβάλλοντος και κυρίως του αστικού περιβάλλοντος.
Πιο συγκεκριμένα, είναι έντονα τα σημάδια απογοήτευσης από τις στάσεις του μοντερνισμού απέναντι στο σχεδιασμό και την αντιμετώπιση του χώρου. Οι κριτικοί της εποχής εναντιώνονται σε οτιδήποτε διατυμπάνιζε το κίνημα αυτό, επιλέγουν να αναιρέσουν τις θεωρίες και τις πρακτικές του και επιχειρούν να εισάγουν νέες τεχνικές και νέους κανόνες σε αυτό που αποκαλούμε αρχιτεκτονικό σχεδιασμό. Καταγγέλουν τους μοντερνιστές ότι χειρίστηκαν τον πολίτη ως «τύπο» ανθρώπου, με τυποποιημένες διαστάσεις, συνήθειες και επιθυμίες, χωρίς να λαμβάνουν υπόψην το «δακτυλικό του αποτύπωμα», την προσωπικότητά του, θεωρώντας τον εργοστασιακή «κόπια». Σε γενικές γραμμές, το κίνημα αυτό φαίνεται να απέτυχε κατά τους μετα-μοντερνιστές, αφού ενώ υποστήριζε πως έχει στο επίκεντρό του τον κοινό άνθρωπο και προσεγγίζει τα σχεδιαστικά θέματα με ισότητα, τελικά κατάφερε να ταλαιπωρήσει τους ανθρώπους, αποξενώνοντάς τους σε σχέση με την πόλη και μεταξύ τους, προτείνοντας άτοπες μελέτες και στερώντας από τη μορφή το συμβολικό της περιεχόμενο.
Οι θεμελιώδεις αρχές του μετα-μοντέρνου κινήματος μπορούν να συνοψιστούν σε τέσσερα σημεία. Αρχικά, στην αναθεώρηση της προϋπάρχουσας σχέσης μορφής-λειτουργίας. Οι μοντερνιστές είχαν ως σύνθημά τους το «form follows function», θεωρούσαν πως πριν τη διαδικασία του σχεδιασμού είναι επιτακτική ανάγκη να οριστούν με ακρίβεια τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν, οι ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν, οι λειτουργίες που πρέπει να συμπεριληφθούν και οι χρήσεις που πρέπει να ενταχθούν στο χώρο. Έτσι, η μορφοποίηση του χώρου καθοριζόταν κατά βάση από τη λειτουργία. Αυτό, οι εκπρόσωποι του επόμενου κινήματος θεώρησαν πως εκφυλίζει την αυθεντική αρχιτεκτονική και τις δραστηριότητες που της αντιστοιχούν. Στη μετα-μοντέρνα προσέγγιση παρατηρούμε την αποδέσμευση της μορφής από τις αυστηρές επιταγές της λειτουργίας. Οδηγούνται έτσι στη μορφολογική απόδοση του χώρου. Φαίνεται να τονίζουν ιδιαίτερα τη σημασιολογική διάσταση του χώρου, φροντίζουν να εντάσουν κάποιες μορφές συμβολισμού στο σχεδιασμό, δίνουν περισσότερο βάρος στην ανάλυση της χωρικής μορφής και στο νόημα που αποδίδουν σ’αυτήν. Ουσιαστικά, πρόκειται για τη διαμόρφωση ενός κώδικα επικοινωνίας, μιας κοινής «γλώσσας» της μορφής. Η μορφοποίηση του χώρου κωδικοποιείται και αποτελεί τη βάση της θεωρίας του μετα-μοντέρνου.
Το επόμενο σημείο βρίσκεται στην αλλαγή στάσης απέναντι στην αντιμετώπιση της ιστορίας. Για ακόμα μια φορά καταγγέλεται ο Φονξιοναλισμός για την άρνησή του αυτήν τη φορά να διδάσκεται από την ιστορία και να την χρησιμοποιεί στα μορφολογικά ζητήματα. Παρατηρείται, λοιπόν, μια σύγχρονη στροφή, από την πλευρά των μετα-μοντερνιστών, στο παρελθόν. Βέβαια, αυτή η στροφή δεν προσανατολίζεται σε συγκεκριμένα ιστορικά πρότυπα ή συγκεκριμένη περίοδο με σκοπό να αναπαράγει αυτούσια τα χαρακτηριστικά τους, αλλά περισσότερο ενδιαφέρεται για τις μορφές του παρελθόντος, τους τύπους που κατά καιρούς αναδύθηκαν. Δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για αναβίωση του παρελθόντος. Αναζητάται η σημασιολογία των μορφών και τα νοήματά τους. Οι φόρμες του παρελθόντος πυροδοτούν αναλύσεις θεωρητικών και αποτελούν την αφετηρία για την αναθεώρηση της διαδικασίας του σχεδιασμού, όχι από την άποψη ότι απορρίπτουμε το νέο και υιοθετούμε το παλιό, αλλά με την έννοια της δημιουργικής και ελεύθερης αναπαραγωγής. Στο μετα-μοντερνισμό αγκαλιάζεται η ιστορία και το παρελθόν με σκοπό να διδάξουν το μέλλον.
Άλλο ένα σημείο που περιλαμβάνεται στις θεμελιώδεις αρχές του μετα-μοντέρνου είναι η έμφαση στον αστικό σχεδιασμό. Ο αστικός χώρος αποτελεί το πρώτο και κύριο μέλημα του σχεδιασμού, σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποτελεί το βασικό νόημα του δομημένου χώρου. Και στον τομέα αυτό, το μοντέρνο κίνημα φαίνεται να απέτυχε, αφού με τη ζωνοποίηση της πόλης το μόνο που κατάφερε ήταν να αποκεντρώσει την κατοικία, να αποξενώσει τους πολίτες και να ανατρέψει την αυθεντική έννοια της παραδοσιακής πόλης σε κάτι το αποστασιοποιημένο και αφιλόξενο. Υποστηρίζεται ότι ασχολήθηκε με την κλίμακα της γενικής διάρθρωσης της πόλης ξέχωρα από την κλίμακα της αρχιτεκτονικής του κτιρίου, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο ανά πάσα στιγμή να αντιμετωπιστεί η πόλη ως άμεσα βιώσιμος χώρος. Σε όλα αυτά έρχεται να αντιτεθεί η μετα-μοντέρνα προοπτική, δίνοντας ξανά πνοή στην πόλη, αντιμετωπίζοντάς την ως ζωντανό οργανισμό και μελετώντας παράλληλα και σε αλληλεξάρτηση το δομημένο με τον αδόμητο χώρο.
Τελευταίο από τα σημεία που συνοψίζουν τη στάση του μετα-μοντερνισμού είναι ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της αστικότητας. Για ακόμα μια φορά, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε την αστικότητα ο φονξιοναλισμός δεν ικανοποιεί τους μεταμοντέρνους. Για αυτούς η πόλη αντιμετωπίζεται ως καθολικό αντικείμενο. Αναζητούν τα στοιχεία αυτά που συγκροτούν την πόλη και την αναδεικνύουν σε φαινόμενο άξιο μελέτης και αναπαραγωγής. Η αστικότητα δεν αφορά μόνο τον χώρο ως μια οντότητα, συμπεριλαμβάνει και τις κοινωνικές σχέσεις και συμπεριφορές τις οποίες αυτός ο χώρος περικλείει. Είνα ήδη φανερό ότι στο κίνημα αυτό η διάρθρωση και η «προσωπικότητα» του δομημένου-αδόμητου αστικού περιβάλλοντος απασχολεί πολύ τους θεωρητικούς της εποχής. Η αστικότητα μελετάται σθεναρά.
Ενδιαφέρον έχει να παρατηρήσουμε ότι στο θεωρητικό λόγο οι συζητήσεις ξεφεύγουν από τα αυστηρά όρια του παραδοσιακού σχεδιασμού και γίνονται πιο φιλελέυθερες. Ένα νέο επιστημονικό πεδίο φαίνεται να θέλει να βγει στην επιφάνεια με αντικείμενο τον κτισμένο και οργανωμένο χώρο. Αυτός προσεγγίζεται μέσα από τον ορισμό του σημασιολογικού περιεχομένου των χωρικών μορφών, της μοροφλογικής περιγραφής των μορφών αυτών και την εύστοχη συσχέτιση της μορφής με το νόημα.
Όλα αυτά καταλήγουν στη θεωρία ότι όσον αφορά τη διαδικασία σχεδιασμού πρόκειτα για μια «ομιλία», όπου ο σχεδιαστής εκφράζεται λεκτικά σε μια κωδικοποιημένη γλώσσα για να συναντήσει τις απαιτήσεις των άλλων από τους χώρους τους οποίους ο ίδιος καλείται να δημιουργήσει με σκοπό την εξυπηρέτηση ανγκών και λειτουργιών. Η γλώσσα αυτή διαθέτει δικούς της κανόνες. Ο σχεδιαστής καλείται να υπακούσει και να φροντίσει να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα αυτή όσο καλύτερα μπορεί, ως ειδικός. Ο ρόλος του, λοιπόν, αναβαθμίζεται και πλέον απαιτεί πλήρη έλεγχο της σχεδιαστικής διαδικασίας. Αυτό, φυσικά, έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της συμμετοχής, στη διαδικασία αυτή, του κοινού. Αυτό τώρα αποτελεί την κινητήρια δύναμη, την πληροφορία η οποία στη συνέχεια θα κωδικοποιηθεί και θα περάσει στη σχεδιαστική διαδικασία.
Επομένως, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι εκπρόσωποι της μετα-μοντέρνας προσέγγισης στα θέματα του σχεδιασμού καταγγέλουν έντονα τους προηγούμενούς τους και κρατούν μια στάση η οποία φαίνεται να είναι πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα από αυτήν το μοντερνισμό, αποδεσμεύοντας τη μορφή από τη λειτουργία, αναζητώντας παραδείγματα από την ιστορία, αντιμετωπίζοντας το αστικό περιβάλλον στην κλίμακα του βιώσιμου χώρου και εισάγοντας την ουσιασιτκή έννοια της αστικότητας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου