Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011
Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011
Λήξη προθεσμίας ανάρτησης της 2ης άσκησης
Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011
Σάπκα Ειρήνη - Δάφνη
1_ Η Συστηματική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό
Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, παρατηρείται μια αδυναμία ανταπόκρισης στις νέες -πολεοδομικού χαρακτήρα - σχεδιαστικές απαιτήσεις της εποχής. Η παρουσία ενός χάσματος μεταξύ θεωρίας του σχεδιασμού και σχεδιαστικής πρακτικής γεννά προβλήματα τόσο στις χώρες της Ευρώπης, όσο και της Αμερικής, οι οποίες αναζητούν τη λύση σε ήδη επιτυχημένες επιστημονικές εφαρμογές. Όλη η προβληματική γύρω από τη συστηματική προσέγγιση στον αστικό σχεδιασμό ωθεί το ενδιαφέρον για νέες μεθόδους και τεχνικές.
Τη δεκαετία του ’60 διατυπώνονται οι πρώτες μεθοδολογικές προτάσεις για τη διάρθρωση της σχεδιαστικής διαδικασίας. Κύριο χαρακτηριστικό των πρώτων διατυπώσεων θεωρητικού λόγου για το σχεδιασμό των χωρικών μορφών είναι ο προσανατολισμός σε αναζητήσεις μορφών σχεδιασμού που οδηγούν σε καλύτερα αποτελέσματα. Η διερεύνηση της σχεδιαστικής διαδικασίας συνιστά μια σύγχρονη τομή στη μέχρι τότε σχεδιαστική εμπειρία.
Οι νέες συνθήκες κοινωνικού ελέγχου μέσα στις οποίες αναπτύσσεται και σχεδιάζεται ο αστικός ιστός απαιτούν νέες συνθετικές λειτουργίες. Οι ειδικοί απομακρύνονται από παραδοσιακές στάσεις και εργαλεία σχεδιασμού και υιοθετούν μεθόδους που διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων, το χειρισμό της πληροφορίας και την επίλυση των προβλημάτων μέσα από την οπτική του φονξιοναλισμού.
Παρακάτω θα αναλυθούν οι βασικές αρχές της συστηματικής προσέγγισης στο σχεδιασμό που ορίζουν και οργανώνουν τη δομή του καθώς και η επιστημονική φυσιογνωμία του σχεδιασμού αυτού.
Οι δύο θεμελιώδης αρχές της συστηματικής προσέγγισης στο σχεδιασμό είναι οι ποιότητες: συστηματικότητα και διαφάνεια, τις οποίες ενσωματώνει η σχεδιαστική διαδικασία για να εξασφαλίσει το βέλτιστο αποτέλεσμα.
Η συστηματικότητα και ο ορθολογικός χειρισμός της πληροφορίας προσδιορίζουν τη σχεδιαστική πρακτική. Βασική προϋπόθεση αποτελεί ο εκ των προτέρων καθορισμός και περιγραφή των στόχων, των σκοπών, των επιδιώξεων και τα κριτήρια για την αξιολόγηση της σχεδιαστικής πρότασης, μέσα από μία αναλυτική διαδικασία. Η ολοκλήρωση της ανάλυσης πριν το σχεδιασμό, εισάγει μια επιστημονική διάσταση στη διαδικασία του σχεδιασμού. Η αναλογία της σχεδιαστικής διαδικασίας με την επιστημονική μέθοδο διαμορφώνει μια δομή που συγκροτείται από τις ανεξάρτητες φάσεις της ανάλυσης, της σύνθεσης και της αξιολόγησης, οι οποίες αλληλοεπηρεάζονται, αλλά αποφεύγεται η παλινδρόμηση. Βασική επιδίωξη, εξάλλου, αποτελεί η γραμμική μορφή της διαδικασίας, η οποία οδηγεί στην χάραξη μιας στρατηγικής εκ των προτέρων, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι ελεγχόμενο και αποτελεσματικό.
Η δεύτερη βασική αρχή που διέπει τη συστηματική προσέγγιση είναι η διαφάνεια της σχεδιαστικής διαδικασίας. Με βάση τη λογική αυτή επιτυγχάνεται η αποσαφήνιση των κριτηρίων για τις επιλογές, τις κρίσεις και τις αποφάσεις στις διάφορες φάσεις του σχεδιασμού. Επίσης, η διαφάνεια της σχεδιαστικής διαδικασίας επιτρέπει τον καλύτερο έλεγχο καθώς οι διάφορες φάσεις διατηρούν την αυτονομία τους σε περιεχόμενο πληροφοριών και αποφάσεων.
Ο προσδιορισμός των κριτηρίων, των ιεραρχήσεων και των προτεραιοτήτων εξασφαλίζει ένα κοινό σημείο αναφοράς με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η ομαδική εργασία και συρρικνώνει το χρόνο της μελέτης.
Τα σχεδιαστικά προβλήματα που προέκυψαν τα μέσα της δεκαετίας του ’50 επιζητούν λύσεις στην επιστημονική γνώση και τεχνολογία. Δύο είναι οι κατηγορίες αυτών των προβλημάτων και η πρώτη αφορά στην ποσοτικοποίηση των ποιοτήτων. Οι αναζητήσεις ορθολογισμού, συστηματικότητας και λογικής οδηγούν στη μαθηματικοποίηση όλων των στοιχείων του σχεδιασμού. Το δεύτερο σχεδιαστικό “πρόβλημα” αφορά την ίδια τη διαδικασία σχεδιασμού. Η επιδίωξη συνέπειας μεταξύ των αρχών της διαδικασίας και των προτάσεων σχεδιασμού οδηγεί στην αναζήτηση αντίστοιχων εφαρμογών και θεωρητικών υποθέσεων από άλλους επιστημονικούς κλάδους. Ο προσανατολισμός των συστηματικών προσεγγίσεων προς την επιστημονική γνώση αποτελεί μια εξέλιξη με αφετηρία τη σχολή του Bauhaus.
Οι βασικές στρατηγικές του Bauhaus που τις συναντάμε και στη λογική της συστηματικής προσέγγισης αφορούν την απόρριψη κάθε έννοιας όπως ιστορία, παράδοση, πολιτισμικές αξίες από την αρχιτεκτονική πρακτική και την αντίληψη της σχεδιαστικής πρακτικής σαν διαδικασία επίλυσης ενός προβλήματος.
Σ’ αυτό το σημείο, παρατηρείται μια σημαντική διαφοροποίηση του μοντέλου ανάλυση – σύνθεση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Η πρώτη φάση της ανάλυσης επιδιώκει τον προσδιορισμό του προβλήματος και την επίλυση των λειτουργικών απαιτήσεων. Η φάση της σύνθεσης αποτελεί την διαδικασία σχεδιασμού κατά την οποία εμβαθύνεται η ανάλυση, σαν διαδικασία επεξεργασίας στοιχείων, με αποτέλεσμα τη διευκόλυνση της συνθετικής διαδικασίας.
Η θεωρητική και μεθοδολογική ανάπτυξη της συστηματικής προσέγγισης στο σχεδιασμό βασίστηκε σε δύο θεωρητικές ενότητες: τη θεωρία αποφάσεων και τη θεωρία συστημάτων. Η πρώτη, κατά την οποία ο σχεδιασμός είναι μια διαδικασία επίλυσης λήψης αποφάσεων, αξιοποιήθηκε προκειμένου να εξασφαλιστούν ορθολογικές, βέλτιστες απαντήσεις στα σχεδιαστικά προβλήματα. Η δεύτερη υποστηρίζεται από διάφορες τεχνικές προσεγγίσεις και θεωρήσεις με αποτέλεσμα να καλύπτει όλα τα τυπικά ζητήματα της σχεδιαστικής διαδικασίας.
Όσο αφορά το ζήτημα της αντιμετώπισης του προβλήματος της λήψης απόφασης στο σχεδιασμό έχουμε δύο διαφορετικές θεωρήσεις: τη θεωρία συστημάτων και της επιστήμης της συμπεριφοράς. Παρά τις διαφορές τους οι δύο θεωρήσεις δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητα ρεύματα σκέψης αλλά ενσωματώνονται, σε διαφορετικό βαθμό βέβαια κάθε φορά, στις προτάσεις της συστηματικής προσέγγισης του αστικού σχεδιασμού.
Βασική έννοια στην πρώτη θεώρηση είναι το “σύστημα”, το οποίο αποτελεί μία σύνθετη δομή, αποτελούμενη από “αντικείμενα” ή πολλαπλά δομικά μέρη τα οποία είναι αυτόνομα, με ατομική ταυτότητα και συμπεριφορές, αλλά αλληλεπιδρούν στενά μεταξύ τους. Ο πιο απλός ορισμός του συστήματος, είναι ένα δίκτυο από αλληλεπιδρούσες μεταβλητές. Επίσης το σύστημα ως σύνολο, μέσω των μερών του, μπορεί να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του. Κατά την αλληλεπίδραση αυτή είναι ικανό να δέχεται δευτερεύον πληροφοριακό περιεχόμενο ως εισροή, να το επεξεργάζεται και να αποβάλλει το πληροφοριακό αποτέλεσμα της επεξεργασίας ξανά στο περιβάλλον ως εκροή. Οι εκροές έχουν τη δυνατότητα της παλινδρόμησης μέσα στο σύστημα, με συνέπεια η εκροή να επανατροφοδοτείται στο σύστημα ως νέα εισροή. Η θεωρία συστημάτων είναι ένα διεπιστημονικό γνωστικό πεδίο το οποίο παρέχει ένα ενοποιητικό, φιλοσοφικό πλαίσιο εννοιών για τη μελέτη ολοκληρωμένων συστημάτων, ανεξαρτήτως από τη διάσπαση τους σε μεμονωμένα μέρη και λαμβάνοντας υπ' όψιν τη διαντίδραση μεταξύ των μερών αυτών. Μέσα από ένα κοινό ολιστικό πλαίσιο η θεώρηση αυτή έχει στόχο την ερμηνεία πολύπλοκων προβλημάτων.
Η δεύτερη θεώρηση είναι η μπιχεϊβιοριστική ή θετική θεώρηση. Έρχεται σαν απάντηση στην τυποποίηση των λήψεων αποφάσεων στο σχεδιασμό. Η σχεδιαστική διαδικασία εκλαμβάνεται ως μεταβλητή, μέσα σ’ ένα ευρύτερο “περιβάλλον” που δέχεται ερεθίσματα απ’ αυτό και αλληλεπιδρά καθώς χαρακτηρίζεται και από μεταβλητούς και αλληλο-συγκρουόμενους στόχους. Επίσης, οι εναλλακτικές προτάσεις δεν προκαθορίζονται εκ των προτέρων αλλά προκύπτουν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, καθώς επηρεάζονται από το οργανωτικό πλαίσιο. Πρέπει να επισημανθεί ότι, ως προς τη μεθοδολογία, αυτή η θεώρηση υπήρξε λιγότερο αυστηρή από τη θεωρία συστημάτων επειδή η ανάλυση της σχεδιαστικής διαδικασίας ήταν έμμεση και επειδή κάθε επέμβαση είχε μοναδικό χαρακτήρα, αποφεύγοντας το χαρακτήρα του “γενικού νόμου”.
Συνοψίζοντας, από τη μία η θεωρία συστημάτων με έναν καθαρά επιστημονικό χαρακτήρα και από την άλλη η μπιχεϊβιοριστική θεωρία με έναν πιο “ρεαλιστικό” προσανατολισμό, αποτελούν τους ρυθμιστές της επιστημονικής φυσιογνωμίας της συστηματικής προσέγγισης.