ΤΕΡΖΙΔΗΣ – SCHUMACHER : ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΉ ΠΑΡΑΘΕΣΗ
Επιχειρώντας μια συγκριτική ανάλυση ανάμεσα στο κείμενο ‘’The Parametricist Epoch: Let the Style Wars Begin’’ του Patrik Schumacher και του αποσπάσματος του βιβλίου ‘’Expressive Form: A conceptual approach to computational design’’ του Κώστα Τερζίδη η αίσθηση που μου δημιουργήθηκε είναι ότι το κείμενο του Τερζίδη λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο ως υποστηρικτικό εργαλείο – οδηγό που μας εισάγει σε βασικές έννοιες πάνω στη μορφή ,όπως αυτή διαμορφώνεται σε ένα σύγχρονο υπολογιστικό περιβάλλον , ώστε να αντιληφθούμε καλύτερα το εκφραστικό υπόβαθρο του νέου αρχιτεκτονικού κινήματος που προτείνει – παρουσιάζει ο Schumacher .
Πιο συγκεκριμένα , ο Schumacher εκπονεί το μανιφέστο του κινήματος του ‘’Παραμετρισμού’’ , όπως αυτός το ονομάζει , παραθέτοντας τους απαραίτητους ορισμούς , αρχές , παραδοχές αλλά και στρατηγικές του , ενός κινήματος που έχει ως στόχο να αποτελέσει ενιαία παγκοσμίως αποδεκτή αναφορά και εφαρμογή , αντικαθιστώντας ως κυρίαρχο κίνημα αυτό του Μοντερνισμού . Από την άλλη , σκοπός του κινήματος είναι να οργανώσει και να αρθρώσει την αυξανόμενη ποικιλία και πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνικών θεσμών και ανθρώπινων διεργασιών . Βασική παραδοχή του είναι η αποδοχή της έννοιας του ‘’στυλ’’ , μιας έννοιας που κατά τον Schumacher πρέπει να επαναπροσδιοριστεί διότι αφενός είναι η μόνη μέσα από την οποία παρατηρείται και αναγνωρίζεται η αρχιτεκτονική έξω από τους αρχιτεκτονικούς κύκλους , δηλαδή από την υπόλοιπη κοινωνία και αφετέρου είναι αυτή που σηματοδοτεί τη μετάβαση από το ένα κίνημα στο άλλο .
Για τον Schumacher το ‘’στυλ’’ δεν έχει να κάνει μόνο με την εμφάνιση (μορφή) και δεν θα πρέπει να συγχέεται με επιφανειακές , μικρής διάρκεια ζωής μόδες . Αντίθετα , είναι ένα ιστορικό φαινόμενο που μπορεί να έχει προβολή και στο μέλλον , ένα ‘’design search program’’ όπως το αποκαλεί , που επανακαθορίζει θεμελιώδεις κατηγορίες , σκοπούς και μεθόδους μιας συνεκτικής και συλλογικής προσπάθειας . Διακρίνει , δε , τα ‘’στυλ’’ σε εποχής (αυτά που χαρακτηρίζουν μια ολόκληρη εποχή ) , μεταβατικά και σε θυγατρικά . Αυτό που υποστηρίζει είναι ότι ο Παραμετρισμός έχει ως στόχο να αποτελέσει ένα στυλ εποχής το οποίο δεν υποβάλλει ομογενοποίηση και μονοτονία στις ανά τον κόσμο εφαρμογές του , αλλά ένα ενιαίο σύστημα αρχών , φιλοδοξιών και αξιών για την αρχιτεκτονική δραστηριότητα παγκοσμίως και όχι μόνο για αυτή των αρχιτεκτόνων της πρωτοπορίας . Παράλληλα , θέτει τις σχεδιαστικές αρχές του οι οποίες είναι η συνεχόμενη διαφοροποίηση μεσα σε ένα σύστημα και έντονη αλληλοσυσχέτιση μεταξύ πολλών συστημάτων .
Στον παραμετρικό σχεδιασμό όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και συμπλέγματα μπορούν να πλαστούν παραμετρικά , γεγονός που αποτελεί και τον εννοιολογικό ορισμό του στυλ . Η τεχνική-κλειδί για τον χειρισμό της πολυποικιλότητας που προκύπτει με τον τρόπο αυτό είναι η καταγραφή παραμετρικών λειτουργικών σεναρίων τα οποία επιτρέπουν την αλληλοσυσχέτιση και τη διαφοροποίηση μεταξύ των στοιχείων και των υποσυστημάτων . Επειδή , ‘όμως , το στυλ αυτό δεν αφορά μόνο μορφολογικές επεξεργασίες πρέπει να χει και λειτουργικό όρισμο , γι ‘ αυτό και ο Schumacher διακρίνει τις αρχές του με βάση αφενός την εύρεση της μορφής και αφετέρου με βάση την εύρεση της λειτουργίας .
Τελειώνοντας ο Schumacher δηλώνει ξεκάθαρα τις στρατηγικές που πρέπει να χει ένα τέτοιο στυλ ώστε να κυριαρχήσει πάνω στα υπόλοιπα . Ως ένα αδιάλλακτο στυλ ,οι μόνες στρατηγικές που μπορούν να το οδηγήσουν στο στόχο του είναι η αυστηρότητα και η επίμονη προσκόλληση των αρχιτεκτόνων στις αρχές ,τις αξίες και τις επιδιώξεις του .Κι αυτό γιατί η ‘’κακοφωνία’’ των πολλών στυλ που επικρατούν είτε δημιουργεί ένα οπτικό χάος , είτε περιορίζει τη σύγχρονη κοινωνική πολυπλοκότητα . Γι αυτόν οι συνέχειες που κατασκευάζονται με βάση τον παραμετρισμό δεν πρέπει να διαταράσσονται από μη παραμετριστές αρχιτέκτονες . Αναγνωρίζει , μάλιστα , ως εχθρούς του τον μινιμαλισμό ,τον οποίο θεωρεί και κυριότερο αντίπαλο του και χαρακτηρίζει ως εξέλιξη του μοντερνισμού , εξίσου αδιάλλακτο στις αρχές του με τον παραμετρισμό αλλά και χωρίς σαφή θεωρία , και τον πραγματιστικό μοντερνισμό , τον οποίο θεωρεί υπολειμματική κατηγορία με εξαιρετικά ,ωστόσο , παραδείγματα .
Ο Τερζίδης από την πλευρά του επικεντρώνεται στο ζήτημα της μορφής . Δεν προτείνει αρχές και αξίες για ένα νέο κίνημα στο σχεδιασμό αλλά εστιάζει σε αυτή καθεαυτή την σχεδιαστική διαδικασία και προσπαθεί να θέσει το θεωρητικό υπόβαθρο ενός σχεδιασμού με βάση τους υπολογιστές . Όπως υποστηρίζει , από τον πειραματισμό που γίνεται τα τελευταία χρόνια πάνω στον τομέα αυτό , έχουν προκύψει 2 προσεγγίσεις : η πρώτη επαναξιολογεί θεωρίες και πρακτικές του παρελθόντος μέσα σε ένα νέο context , όπου τα ψηφιακά εργαλεία δεν είναι τίποτα άλλο από συσκευές αναπαράστασης στην υπηρεσία της ανθρώπινης δημιουργικότητας και ερμηνείας , με στόχο την επίτευξη ιστορικής συνέχειας . Αυτή η προσέγγιση , βέβαια , δεν αφήνει περιθώριο στη σκέψη να ξεφύγει από την ανθρώπινη αντίληψη . Αντίθετα η δεύτερη αποτελεί ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο έξω από κάθε προηγούμενη αντίληψη και από προβλεπόμενα γεγονότα , μια είσοδος σε ότι είναι άγνωστο για τον ανθρώπινο νου και παράγεται από τους υπολογιστές .
Το παραπάνω φέρνει στο νου τη σύγκρουση του μινιμαλισμού με τον παραμετρισμό που παρουσιάζει ο Schumacher , καθώς οι προσεγγίσεις αυτές φαίνεται να είναι οι σχεδιαστικές εκφράσεις τους . Ο Τερζίδης για την κατανόηση τις δεύτερης προσέγγισης , η οποία εκφράζει σε μεγάλο μέρος τον παραμετρισμό του Schumacher , αναλύει την έννοια της ‘’εκφραστικότητας’’ ως μέσου για την αποφυγή της μηχανιστικής εξάρτησης από τον υπολογιστή . Σύμφωνα με αυτόν , η εκφραστικότητα περιλαμβάνει τόσο τον ψηφιακό πειραματισμό , όσο και την ανθρώπινη ερμηνεία . Τη διακρίνει , δε , από την έννοια του ‘’δυναμικού’’ , υποστηρίζοντας πως αυτή έχει να κάνει περισσότερο με τις έννοιες της ζωηρότητας , της κίνησης , της δράσης , της αλλαγής και της εξέλιξης , ενώ η εκφραστικότητα έχει ως έννοια χαρακτήρα και ταυτότητα καθώς φανερώνει τάση , ροπή , κλίση και παράταξη με κάποιες ιδέες .
Για τον Τερζίδη η εκφραστικότητα σχετίζεται άμεσα με τις ιδέες της πιθανότητας , της προσδοκίας ,της αντίληψης, της αγωνίας και κυρίως του υπονοούμενου και του ‘’σιωπηρού’’ (αυτού που δεν λέγεται) . Μάλιστα , τονίζει ότι οι τελευταίες δύο έννοιες έχουν να κάνουν με την ιδιότητα της μορφής να προσδιορίζεται από μόνη της , έτσι ώστε κάθε προσπάθεια να τη μιλήσει κανείς λεκτικά να είναι τουλάχιστον ελλειπής . Η εκφραστικότητα αποτελεί , λοιπόν γι ‘ αυτόν τη δίοδο ανάμεσα στην ανάμεσα στην ανθρώπινη διαίσθηση και τις υπολογιστικές διαδικασίες καθώς παρεμβαίνει δραστικά στο σύγχρονο μέσο παραγωγής μορφής με τρόπο αντιληπτό από τον άνθρωπο .
Συμπερασματικά , τα 2 κείμενα λειτουργούν συμπληρωματικά το ένα στο άλλο , αν αναλογιστεί κανείς και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στη εκπόνηση τους . Ο Τερζίδης παρουσιάζει το 2003 βασικές έννοιες μιας νέας αντίληψης του σχεδιασμού που θα αποτελέσουν το υποστηρικτικό υπόβαθρο ώστε να διακηρύξει ο Schumacher το κίνημα (στυλ) του Παραμετρισμού το 2010 .
ΜΠΟΝΑΣ ΑΒΡΑΑΜ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου