Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Χραπανά Μαριάννα

Τα δύο κείμενα με την πρώτη ματιά θα μπορούσα να πω ότι προσεγγίζουν το ίδιο θέμα, αυτό που αφορά τις νέες ελεύθερες μορφές που συναντούμε πλέον όλο και πιο συχνά στην αρχιτεκτονική σύνθεση και σχετίζεται άμεσα με τη χρήση των σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων. Παρ όλα αυτά, τα κείμενα στην πραγματικότητα έχουν τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις.

Το κείμενο του Τερζίδη ‘’Expressive form: A conceptual approach to computationaldesign’’ ασχολείται κυρίως με τη σχέση της νέας αυτής μορφής με τα τεχνολογικά και υπολογιστικά μέσα και με το κατά πόσο σε μια τέτοια αλληλεπίδραση ανθρώπου και τεχνολογίας είναι δυνατόν να βγει κερδισμένο το ανθρώπινο μυαλό. Αρχικά, λοιπόν, ο Τερζίδης ασχολείται με το διαχωρισμό της εκφραστικότητας και του δυναμισμού, καθώς όπως λέει, αυτές οι δύο έννοιες συχνά συγχέονται. Παρ’ όλα αυτά διαφέρουν καθώς η εκφραστικότητα ενσωματώνει μερικές από τις πιο εγγενείς και μοναδικές ιδιότητες της μορφής, τα χαρακτηριστικά και την ταυτότητα. Ενώ η μια έννοια δείχνει την αλλαγή, τη δραστηριότητα και την πρόοδο, η άλλη έννοια υποδηλώνει τάση, κλήση ή ροπή. Άλλες δύο έννοιες που επιχειρεί να διαχωρίσει είναι αυτή της σιωπηρότητας ως τον όρο που υποδηλώνει την παρουσία της απουσίας και ως αυτόν που περιλαμβάνει τη διαμόρφωση των δυνάμεων της κατανόησης πέρα από αυτά που είναι σαφή.

Έτσι, μέσα από έννοιες φτάνει μέχρι τη μορφή που την προσδιορίζει ως μια αφηρημένη οντότητα που κατέχει ορισμένα γεωμετρικά χαρακτηριστικά. Ο Τερζίδης υποστηρίζει ότι η προσκόλληση στις ιδιότητες του «ουσιώδους» και του «σημαντικού» περιορίζει τη σχεδιαστική φαντασία, ενώ για την απελευθέρωση της μορφής από τους περιορισμούς πρέπει οι συμπεριφορές να βρίσκονται πιο κοντά στη διαίσθηση παρά στην αντίληψη. Σύμφωνα με πρόσφατες θεωρίες της μορφής, η αρχιτεκτονική επικεντρώνεται σε υπολογιστικές μεθόδους για την εξερεύνηση και την έκφρασή της. Υπάρχει μια τάση, οι ιδιότητες που προκύπτουν από τη χρήση υπολογιστικών μηχανισμών να αναζητούνται και να εξερευνούνται ως οι πηγές για την αναζήτηση των μορφών με τη χρήση νέων τεχνικών και μεθόδων. Τα υπολογιστικά εργαλεία είναι πλέων οι πρωταγωνιστές σε αυτή την διερεύνηση. Αυτή, λοιπόν, η μεταμόρφωση της παραδοσιακής προβληματικής του χώρου και της μορφής έγινε μέσω των νέων δυνατοτήτων που προσέφεραν οι διασταυρώσεις της με την επιστήμη και οδήγησαν στη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και σε μια νέα υπολογιστική σχέση με το χώρο και το χρόνο.

Ακόμα ο Τερζίδης αναφέρεται σε δύο προσεγγίσεις που αφορούν τη χρήση των τεχνολογικών εργαλείων από τον άνθρωπο. Η πρώτη προσέγγιση βασίζεται στο ιστορικό προηγούμενο και επιδιώκει τη συνεργασία των εννοιών με αυτές του παρελθόντος σε ένα ενιαίο πλαίσιο έχοντας ως στόχο την ιστορική συνέχεια και την εξέλιξη. Τα ψηφιακά εργαλεία αποτελούν εργαλεία καταγραφής και αναπαράστασης και υπηρετούν την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Εδώ είναι απαραίτητη η κυριαρχία του ανθρώπινου νου. Αντίθετα, στη δεύτερη προσέγγιση οι ψηφιακές συσκευές δεν θεωρούνται ως εργαλεία για τη διερεύνηση αυτού που είναι γνωστό, αλλά παρουσιάζονται ως οι πύλες για να φτάσουμε στο άγνωστο. Πρόκειται για υπολογιστικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται όχι μόνο για την εξερεύνηση των υπαρχόντων εννοιών, αλλά και για τη διαμόρφωση νέων.

Τέλος, αφού ξεκαθαριστεί η εννοιολογική διαφορά μεταξύ του «υπολογισμού»(computation) και της «μηχανογράφησης»(computerization) (υπολογισμός είναι διαδικασία με την οποία καθορίζεται κάτι μέσω μαθηματικών ή λογικών μεθόδων, ενώ μηχανογράφηση είναι η επεξεργασία ή αποθήκευση των πληροφοριών σε ένα υπολογιστικό σύστημα) μπορούμε να μιλήσουμε για τον αλγοριθμικό σχεδιασμό. Για τους αρχιτέκτονες , ο αλγοριθμικός σχεδιασμός επιτρέπει στο σχεδιαστή τη μετάβαση από τον αρχιτεκτονικό προγραμματισμό στον προγραμματισμό της αρχιτεκτονικής. Έτσι, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός θα οδηγήσει σε ευφυής μορφές. Παρ’ όλα αυτά η αλγοριθμική αρχιτεκτονική μπορεί να είναι εμπνευσμένη, αλλά μπορεί να γίνει και επικίνδυνη, καθώς η χρήση αυτών των νέων εργαλείων χρειάζεται έλεγχο, ικανότητες και δεξιοτεχνία. Διαφορετικά, οι σχεδιαστές, συχνά, παρατηρούν να μην έχουν τον έλεγχο και να μην γνωρίζουν τα όσα εκτελούνται μέσα από τις αλγοριθμικές διαδικασίες.

Η φύση της αλγοριθμικής σχεδίασης είναι η δημιουργία περιβάλλοντος μέσα από μαθηματικούς κανόνες ή δίνοντας τυχαίες τιμές. Αυτό το περιβάλλον, στη συνέχεια, έχουμε τη δυνατότητα να το εξελίξουμε σε μια μορφή που θέλουμε. Σε αυτή τη διαδικασία, ο υπολογιστής θα πρέπει να αποτελεί απλώς ένα εργαλείο. Η αλγοριθμική, λοιπόν, σχεδίαση μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα τάση, πράγμα όμως που δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι μορφές που θα βγουν από αυτή τελικά θα μοιάζουν μεταξύ τους. Ωστόσο, αυτή η νέα μέθοδος ανοίγει το δρόμο στους αρχιτέκτονες να δημιουργήσουν νέες γεωμετρίες και μορφές μεγάλης πολυπλοκότητας.

Με αυτές τις νέες πολύπλοκες μορφές ασχολείται και ο P. Schumacher στο κείμενό του “The Parametricist Epoch: Let the Style Wars Begin”, προσεγγίζοντας ωστόσο το θέμα σε μια άλλη διάσταση. Στο κείμενό του μας γνωστοποιεί την έννοια του παραμερισμού και τη συστήνει ως ένα νέο αρχιτεκτονικό στυλ. Αυτό δημιουργείται η ανάγκη του επαναπροσδιορισμού της έννοιας του στυλ. Το στυλ είναι ένα βαθύ ιστορικό φαινόμενο, παρόλο που συχνά θεωρείται ότι αποτελεί απλώς ένα θέμα εμφάνισης και μπορεί να συγχέεται με τη μόδα.

Ο P. Schumacher, λοιπόν, παρουσιάζει τον παραμετρισμό να είναι το στυλ που έρχεται ως η λύση και το τέλος μιας παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου, στην οποία θα επικρατήσει απέναντι σε μια στιλιστική πολυφωνία. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την εντύπωση πολλών, ότι πλέων δεν είναι εφικτή η διαμόρφωση ενιαίων στυλ αλλά σειρά, σήμερα, έχει πάρει η πολυφωνία.

Έρχεται, στη συνέχεια, να διακρίνει τα εποχικά και τα μεταβατικά στυλ. Η διαφορά των δύο είναι ότι τα μεταβατικά εναλλάσσονται γρήγορα ή συμβαίνουν πολλά ταυτόχρονα ως ανταγωνιστικά στυλ.

Φτάνει, λοιπόν, να δώσει τον εννοιολογικό και λειτουργικό ορισμό του παραμετρισμού. Εννοιολογικά parametricism σημαίνει ότι όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και συνθέσεις είναι παραμετρικά μεταβαλλόμενα. Αυτό συνεπάγεται μια θεμελιώδη αλλαγή στις βασικές αρχές της αρχιτεκτονικής. Από τα συγκεκριμένα και άκαμπτα γεωμετρικά σχήματα περνάμε σε γεωμετρικές, δυναμικές αρχιτεκτονικές μορφές. Το βασικό κλειδί για το χειρισμό αυτής της μεταβλητότητας είναι η ύπαρξη σειράς κανόνων που θα διαμορφώνουν τις σχέσεις μεταξύ των διάφορων στοιχείων της. Ωστόσο εδώ το στυλ δεν εξαρτάται μόνο από τις τεχνικές σχεδιασμού και τα νέα εργαλεία, αλλά και από φιλοδοξίες και αξίες, κανόνες και αρχές, τα ταμπού και τα δόγματα που σχετίζονται με τον λειτουργικό ορισμό του. Η τήρηση αυτών των αρχών σε όλες τις εργασίες σχεδιασμού παρουσιάζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση.

Ο παραμετρισμός σύμφωνα με τον P. Schumacher σχετίζεται, έχει την ικανότητα και θέλει να υπηρετήσει την έννοια της συνέχειας των συστημάτων. Αυτό δεν συνεπάγεται μονοτονία ή ομογένεια ούτε δημιουργεί την ανάγκη για την αναζήτηση τρόπων ενσωμάτωσης της κάθε μεμονωμένης προσπάθειας.

Τέλος, ο P. Schumacher αντιπαραθέτει τις έννοιες του παραμετρισμού και του μινιμαλισμού στα πλαίσια μιας στιλιστικής “διαμάχης”. Αναφέρει ότι ο μινιμαλισμός λειτουργεί έντονα ιδεολογικά, όπως και ο παραμετρισμός. Στην αντιπαράθεσή τους, όμως, ο παραμετρισμός διεκδικεί την καθολική ισχύ. Δεν θεωρείται ως ένα εκκεντρικό στυλ που μπορεί να απαντηθεί μόνο σε υψηλής αισθητικής αρχιτεκτονική, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις περιπτώσεις στη σύγχρονη ζωή.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και τα δύο κείμενα αναφέρονται στους νέους τύπους μορφών, που παρατηρούμε, όλο και πιο συχνά, να προκύπτουν μέσα από τη διαδικασία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Η προσέγγιση όμως στο κείμενο του Τερζίδη αφορά κυρίως τη σχέση των νέων ελεύθερων μορφών με τα τεχνολογικά μέσα, τις υπολογιστικές διαδικασίες με τις οποίες αυτές οι μορφές μπορούν να προκύψουν, καθώς και τη σχέση του ίδιου ανθρώπου με αυτά τα τεχνολογικά εργαλεία. Αντίθετα, στο κείμενό του ο P. Schumacher ασχολείται με το θέμα τις νέας φόρμας προσεγγίζοντάς τη ως ένα νέο στυλ, το οποίο διαμορφώνεται και εξαρτάται από θέματα κυρίως ιδεολογικά. Φαίνονται, λοιπόν, με αυτών τον τρόπο οι διαφορετικές οπτικές των κειμένων πάνω στο ίδιο, σε γενικές γραμμές, θέμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου