Παραμετρικός και Αλγοριθμικός Σχεδιασμός
Τα δύο κείμενα αναπτύσσουν μία προβληματική για τις σύγχρονες τάσεις του σχεδιασμού, τις θεωρήσεις του απέναντι στην πραγματικότητα και τους τρόπους με τους οποίους θα διαχειρίζεται τα «δεδομένα» της για να παράγει αρχιτεκτονική.
Πηγαίνοντας λίγο πίσω στο χρόνο, το κίνημα του μοντερνισμού θεωρούσε ότι καθώς η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη, ο μόνος τρόπος για να την κατανοήσουμε είναι να τη διασπάσουμε (απλοποιήσουμε) σε μικρότερα διαχειρίσιμα «κομμάτια» που επανασυνδέουμε μετά την επεξεργασία τους και αφού έχουμε «κλειδώσει» τις μεταξύ τους σχέσεις στις βέλτιστες τιμές. Οι βασικές αρχές σχεδιασμού του μοντερνισμού ήταν ο διαχωρισμός και η ομαδοποίηση σε υποσυστήματα από τη μία, και η επανάληψη εσωτερικά των υποσυστημάτων από την άλλη.
Αντίθετα ο παραμετρισμός (parametricism), το σύγχρονο «στυλ» που διαπραγματεύεται στο κείμενό του ο Patrik Schumacher, αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ως έχει, χωρίς να την κατατέμνει σε κομμάτια, εισάγοντας την έννοια των παραμέτρων, οι οποίες παίρνουν κάθε φορά διαφορετικές τιμές ανάλογα με τις συνθήκες και τα ζητούμενα στο σχεδιασμό. Αρχές του παραμετρισμού είναι η διαφοροποίηση και συσχετισμός μεταξύ των στοιχείων και υποσυστημάτων του εκάστοτε σχεδιαστικού προβλήματος. Ταυτόχρονα, η ευπλαστότητα - προσαρμοστικότητα που εισάγει, συνεπάγεται μια μετακύληση από τις κλασσικές γεωμετρικές μεθόδους και μορφές (κάνναβος, ευθείες γραμμές, κύβοι, πυραμίδες, ημισφαίρια) σε περισσότερο δυναμικές και ρευστές μορφές (καμπύλες και οργανικές μορφές / splines, nurbs), καθώς και μορφολογικά και λειτουργικά δόγματα, σύμφωνα με τα οποία θα πρέπει να αποφεύγονται οι άκαμπτες μορφές, η απλή επανάληψη, η ενοποίηση ασυσχέτιστων στοιχείων, τα λειτουργικά στερεότυπα και η ζωνοποίηση και να προτιμώνται οι πιο «μαλακές» μορφές, η διαφοροποίηση και ο συσχετισμός, και τα παραμετρικά σενάρια.
Ο Schumacher θεωρεί τον παραμετρισμό ως το καινούριο σημαντικότερο κίνημα μετά τον μοντερνισμό και τον υποστηρίζει αδιάλλακτα ως το μοναδικό κίνημα που έχει τη δυνατότητα να επιτρέψει στην αρχιτεκτονική δημιουργία να κάνει βήματα μπροστά, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες σύγχρονές του τάσεις, που τις χαρακτηρίζει ως οπισθοδρομικές. Έτσι, με το να υποστηρίζει ότι ο παραμετρισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται με αυστηρότητα και επιμονή, παραβλέποντας πιθανές αποτυχίες του, ώστε να κυριαρχήσει ως ρεύμα και να εξασφαλιστεί η σχεδιαστική συνέχειά του, προσπαθεί να επιβάλλει τις απόψεις του χωρίς περαιτέρω προβληματισμούς και προξενεί αρνητική διάθεση στον αναγνώστη με τις απόλυτες θέσεις του.
Ο Κώστας Τερζίδης από την άλλη πλευρά, προσεγγίζει το θέμα πιο διαλεκτικά, ξεκινώντας με τη διερεύνηση της έκφρασης της μορφής. Η εκφραστικότητα, στοιχείο κάθε μορφής, είναι μία έννοια που εμπεριέχει ποιότητες του χαρακτήρα και της ταυτότητας, σε αντίθεση με το δυναμισμό, που συνεπάγεται απλώς κίνηση και δράση. Η εκφραστικότητα σχετίζεται άμεσα με το σιωπηρό και το υπονοούμενο, αυτό που δεν χρειάζεται ή αδυνατεί να ειπωθεί με λόγια, αυτό που κανείς περισσότερο διαισθάνεται παρά αντιλαμβάνεται με τη λογική. Γι’ αυτό και είναι άρρηκτα δεμένη με τη δημιουργική διαδικασία, στην πορεία αναζήτησης αυτού που ακόμη δεν έχει καθοριστεί ή πάρει μορφή.
Εδώ είναι που υπεισέρχεται ο υπολογιστής ως βοηθητικό εργαλείο στο σχεδιασμό. Ο Τερζίδης εξετάζει τις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις με τις οποίες χρησιμοποιείται η υπολογιστική δύναμη. Στην «παραδοσιακή» προσέγγιση τα υπολογιστικά προγράμματα χρησιμεύουν για την εισαγωγή, επεξεργασία και αναπαράσταση (modeling) στοιχείων που έχουν ήδη προκαθοριστεί από το χρήστη. Δε βοηθούν δηλαδή ουσιαστικά στη δημιουργική – συνθετική διαδικασία, παρά αποτελούν περισσότερο ένα εργαλείο απεικόνισης και μετάδοσης της ιδέας. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ειδικά σχεδιασμένα αλγοριθμικά προγράμματα, τα οποία μέσα από πολύπλοκους συσχετισμούς των ποικίλων παραμέτρων σχεδιασμού, βοηθούν στην ίδια την ανεύρεση της μορφής, ανοίγοντας τεράστιες νέες δυνατότητες.
Παρότι όμως η θέση του Τερζίδη τάσσεται φανερά υπέρ του αλγοριθμικού σχεδιασμού (το βιβλίο του αφορά τους διάφορους τύπους αλγοριθμικού σχεδιασμού), εξετάζει όλες τις αντικρουόμενες απόψεις επί του θέματος (υπό μορφή διαλόγου σε forum) και τελικά με τη σφαιρική του διερεύνηση πείθει περισσότερο από ό,τι ο Schumacher. Έτσι, εκφράζονται για παράδειγμα επιφυλάξεις για το κατά πόσο είναι δόκιμο ο άνθρωπος να θέτει σε εφαρμογή κάτι που ο υπολογιστής έχει παράγει, χωρίς όμως ο ανθρώπινος νους να έχει ακριβώς κατανοήσει τους μηχανισμούς με τους οποίους αυτό προέκυψε. Ή το κατά πόσο όντως η μηχανή μπορεί να ξεπεράσει / αντικαταστήσει τον ανθρώπινο νου, από τη στιγμή που έχει μεν απερίγραπτες υπολογιστικές δυνατότητες συσχετισμού, δεν διαθέτει ωστόσο την ικανότητα να εκτιμά ποιοτικά στοιχεία, απαραίτητα σε κάθε σχεδιασμό.
Ώστε τελικά, από τα αποσπάσματα του Τερζίδη συμπεραίνουμε πως ακόμη και ο αλγοριθμικός / παραμετρικός σχεδιασμός, που φαινομενικά δείχνει να παρέχει απεριόριστες δυνατότητες, υπόκειται σε κάποιους περιορισμούς και ο ανθρώπινος παράγοντας είναι αυτός που θα εκτιμήσει τις καταστάσεις και θα τον χρησιμοποιήσει ως «εργαλείο». Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την επιμονή του Schumacher ότι ο παραμετρισμός είναι μονόδρομος για την πρόοδο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής δημιουργίας.
Τέλος, ένα σημείο που αξίζει να προσέξουμε είναι πως ο Schumacher εμμένει περισσότερο στις άπειρες διαφοροποιήσεις – λύσεις που μπορεί να παράγει ο παραμετρισμός, με την προϋπόθεση της ύπαρξης ενός «σφικτά δεμένου» και αδιάσπαστου δικτύου από συσχετισμούς, ακόμη και σε αστικό ή διεθνές επίπεδο. Ο Τερζίδης από την άλλη δίνει περισσότερη έμφαση στις δυνατότητες που παρέχει στο δημιουργό ως διαδικασία, ως εργαλείο πειραματισμού και ανεύρεσης μορφών πέρα από τη φαντασία του (form-finding tool). Προσωπικά, η πρώτη άποψη μου φαίνεται περισσότερο θεωρητική και λιγότερο υλοποιήσιμη, ενώ η δεύτερη άμεσα εφαρμόσιμη και άμεσα βοηθητική στην πραγματικότητα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού σήμερα.
ΧΑΡΙΤΩΝΙΔΟΥ ΙΩΑΝΝΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου