Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Δήμου Ιωάννα

Έπειτα από την ανάγνωση και την κατανόηση των δύο προς σύγκριση κειμένων , αυτό του Kώστα Tερζίδη με τίτλο “Expressive Form: A conceptual approach to computational design” καθώς και του P. Schumacher, με τίτλο ‘‘The Parametricist Epoch: Let the Style Wars Begin’’ ερχόμαστε σε επαφή με διαφορές προσεγγίσεις που αφορούν την ευρύτερη έννοια της μορφής αλλά και το πώς εμφανίζεται μέσα στους κύκλους της αρχιτεκτονικής.
Τόσο ο Κώστας Τερζίδης όσο και ο P. Schumacher κρατούν μέχρι ένα βαθμό την ίδια στάση απέναντι στην αρχιτεκτονική του σήμερα, μιλώντας για μορφή, χρησιμοποιούν όμως διαφορετικούς όρους και προτάσεις για τον προσδιορισμό της.
Ο Schumacher μας παρουσιάζει την έννοια του στυλ. Μία ζωτικής αξίας έννοια , καθώς βάση αυτής η αρχιτεκτονική παρατηρείται και αναγνωρίζεται έξω από τους αρχιτεκτονικούς κύκλους. Αντιλαμβάνεται το στυλ ως ένα ιστορικό φαινόμενο που έρχεται να εμπλουτίσει τον αρχιτεκτονικό λόγο και ως ένα σπουδαίο μέσο ανάπτυξης της επικοινωνιακής αρχιτεκτονικής μέσα στην κοινωνία.
Φυσικά , η έννοια αυτή στις μέρες μας τείνει να κακοποιηθεί . Η αισθητική εμφάνιση παίζει σημαντικό ρόλο στο κόλπο της αρχιτεκτονικής , γεγονός όμως που τείνει να περιορίσει το στυλ σε θέμα εμφάνισης και να το συγχύσει με επιφανειακές και βραχύβιες μόδες. Έτσι στο κείμενο του ο Schumacher αναλύει τη δημιουργία ενός ενιαίου στυλ , ενός στυλ όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται απαλλαγμένο από την συσχέτιση του με την μόδα , χαρακτηρίζοντας το σαν ιστορικό φαινόμενο που μπορεί να προβληθεί στο μέλλον έτοιμο να ανταπεξέλθει στις αλλαγές και στις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις που φέρει η κοινωνία και πιο συγκεκριμένα η αρχιτεκτονική.
Το ενιαίο αυτό στυλ αρχικά ως ένα ενιαίο πρωτοποριακό ερευνητικό πρόγραμμα και τελικά ως ενιαίο σύστημα αρχών και φιλοδοξιών επιτυγχάνεται με τον ‘’ Παραμετρισμό ’’. Το ώριμο αυτό κίνημα , όπως χαρακτηρίζεται από τον Schumacher , έρχεται να διαδεχθεί τον μοντερνισμό ως αξιόπιστη απάντηση στην κρίση του και στη παρατεταμένη μετάβαση με­ταξύ μεταμοντέρνου και αποδόμησης .Επιπλέον , στέκεται ικανός να διαχωρίσει τα στυλ εποχής από τα θυγατρικά και τα μεταβατικά και να τα συγκεντρώσει σε ένα.
Ο παραμετρισμός σαν αρχιτεκτονικό κίνημα χάρη στις ποικίλες τιμές που μπορούν να πάρουν οι παράμετροι του , έχει μεγάλη δυνατότητα προσαρμοστικότητας απαραίτητη στην σύγχρονη εποχή όπου οι αλλαγές στο κοινωνικό σύνολο και συγκεκριμένα στης αρχιτεκτονική είναι πολύ συχνές . Απαλλαγμένος από στοιχεία όπως η ομοιογενοποίηση και η μονοτονία επιτυγχάνει την συνεχόμενη διαφοροποίηση μέσα σε ένα σύστημα και την έντονη ταυτόχρονα αλληλοσυσχέτιση μεταξύ πολλών συστημάτων.
Σε μία σπουδαία έννοια μας εισάγει και ο Κώστας Τερζίδης, την έννοια της εκφραστικότητας. Όπως αναφέρει συχνά μπερδεύουμε την έννοια της λέξης ‘‘εκφραστικός’’ με αυτή του ‘’δυναμικού’’. Ο δυναμικός έχει να κάνει περισσότερο με την κίνηση και τη δράση καθώς απεικονίζει την αλλαγή και την γενική δραστηριότητα , η εκφραστικότητα όμως δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν ορισμό.
Η εκφραστικότητα λοιπόν ενσαρκώνει μοναδικές ιδιότητες φόρμας και μορφής. Εκδηλώνει το νόημα , τη σημασία , και την πεμπτουσία της μορφής , έγκειται στην υποσυνείδητη αξία ,αυτή που εμφανίζεται έμμεσα , δεν φαίνεται και δεν μπορεί να ειπωθεί με λέξεις . Έτσι με την μορφή ως αφηρημένη οντότητα προτείνεται η χρήση εναλλακτικών όρων όπως μοτίβα , διαμόρφωση και σχηματισμός ώστε να μπορεί να ληφθεί ως αυτόνομη γεωμετρική οντότητα επιτρέποντας μέχρι κάποιο βαθμό μια ευρύτερη κατανόηση της σιωπηρής της φύσης.
Ο Τερζίδης λοιπόν εστιάζει στην σχεδιαστική διαδικασία θέτοντας ως υπόβαθρο το σχεδιασμό με βάση τους υπολογιστές χωρίς να προτείνει αρχές και αξίες για ένα κίνημα όπως ο Schumacher. O Τερζίδης στην προσπάθεια του να δώσει μια απάντηση στην αρχιτεκτονική η οποία θέλει να κατανοήσει και να αφομοιώσει δημιουργικά τις νέες μορφοποιημένες δυνατότητες σχεδιασμού, κάνει αναφορά σε δύο προσεγγίσεις.
Η πρώτη προσέγγισή αφορά το ιστορικό προηγούμενο έχοντας ως στόχο τόσο την ιστορική συνέχεια όσο και την εξέλιξη και την μετατροπή. Σε αυτή την περίπτωση ο άνθρωπος έχοντας στα χέρια του ψηφιακά εργαλεία προσεγγίζει συσκευές καταγραφής και αναπαράστασης. Αρκεί όμως να μείνουμε εκεί; Στην εξερεύνηση; Έτσι έρχεται η δεύτερη προσέγγιση έχει τις ρίζες της σε ένα θεωρητικό πλαίσιο απαραίτητο για την αξιολόγηση των υπολογιστικών μηχανισμών κριτικά . Μέσω αυτής της προσέγγισης οι ψηφιακές συσκευές ξεφεύγουν από τον όρο του ‘‘εργαλείου’’ και αποτελούν πια την αφετηρία για έναν κόσμο που δεν είχε φανταστεί ο ανθρώπινος νους .Οι υπολογιστικοί μηχανισμοί ξεφεύγουν από τον περιορισμό της εξερεύνησης υπαρχόντων εννοιών αλλά μπαίνουν σε ένα παιχνίδι αναζήτησης και διαμόρφωσης νέων αντιλήψεων. Και στις δύο όμως προσεγγίσεις η κριτική σκέψη και η μοναδικότητα του ανθρώπου δεν απουσιάζει παρόλο που πια έχει κατασκευάσει εργαλεία στα οποία έχει εκχωρήσει κάποια δύναμη.
Συμπερασματικά, τα δύο κείμενα παρουσιάζουν μια βασική ομοιότητα , τη συγκεκριμένη στάση απέναντι στην αρχιτεκτονική και την βαρύτητα που αποδίδει αυτή στη μορφή. Διαπραγματεύονται διαφορετικές έννοιες όπως το στυλ (Schumacher) και την εκφραστικότητα (Τερζίδης) αλλά μέσω αυτών επικεντρώνονται στην μορφή και κυρίως στην εξέλιξη της. Η αντίθεση που διακρίνουμε είναι ότι η άποψη του Schumacher ότι ο Παραμετρισμός είναι η βέλτιστη πρακτική εμφανίζεται σχετικά απόλυτη σε σχέση με τον Κ.Τερζίδη που αναλύει και τις δύο πλευρές του υπολογιστικού σχεδιασμού. Παρά αυτής της αντίθεσης η αντίληψη σχεδιασμού του Τερζίδη , με κριτική και ορθολογική συμμετοχή του ανθρώπου , μπορεί να λειτουργήσει ως βάση προώθησης και υποστήριξης του Παραμετρισμού όπως τον παρουσιάζει ο Schumacher.
ΙΩΑΝΝΑ ΔΗΜΟΥ

Σοφία Περπίνια


Η νέα εποχή του καπιταλισμού, την οποία και διανύουμε έχει σημαδευτεί από την τεχνολογική επανάσταση της πληροφορικής, των επικοινωνιών και της αυτοματοποίησης. Οι απελευθερωτικές δυνατότητες από αυτή την τεχνολογική πρόοδο, αλλά και οι σοβαροί κίνδυνοι που ελλοχεύουν κυρίαρχα από την εφαρμογή των καινοτομιών συνιστούν πρόκληση. Οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες εισχωρούν πλέον απροκάλυπτα στο χώρο της αρχιτεκτονικής τεχνολογίας και σύνθεσης, ανοίγοντας νέες δυνατότητες στην πραγμάτωση αρχιτεκτονικού έργου. Αν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, στις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης, οι αρχιτέκτονες του Μοντέρνου προσπαθούσαν να εισάγουν τις νέες βιομηχανικές τεχνολογίες στην αρχιτεκτονική σύνθεση και παραγωγή, τώρα στο επίκεντρο βρίσκονται οι ψηφιακές τεχνολογίες. Η συνάντηση της αρχιτεκτονικής με τις ψηφιακές τεχνολογίες είναι αναπόφευκτη. Από αυτή τη συνάντηση γεννιούνται ερωτήματα και προβληματισμοί, ερευνητικά έργα και αρχιτεκτονικές πράξεις. Οι απόψεις συχνά είναι έντονες και κριτικές, αλλά με τη σειρά τους συμβάλλουν στο αρχιτεκτονικό διάλογο που έχει ξεκινήσει σχετικά με την αλγοριθμική, παραμετρική αρχιτεκτονική. Με την ένταξη των ψηφιακών τεχνολογιών και των δικτύων πληροφορίας ο σχεδιασμός, η κατασκευή και η χρήση αλληλοδιαπλέκονται και δημιουργούν ένα συνεχές όπου η πληροφορία σχεδιασμού συνιστά πλέον και πληροφορία κατασκευής και πληροφορία παραγωγής βιομηχανικών δομικών υλικών και προϊόντων. Μπορούμε να μιλάμε για ένα νέο παράδειγμα αντίληψης του χώρου, σχεδιασμού και κατασκευής του. Ποια είναι ωστόσο η νέα σχέση σχεδιασμού-κατασκευής και πως η αρχιτεκτονική συναντά την κατασκευαστική πραγματικότητα σε ένα πεδίο που το διαχειρίζονται οι Τεχνολογίες της Πληροφορίας? Η παραμετρική Αρχιτεκτονική ως ενιαία διαδικασία σχεδιασμού, σύνθεσης, κατασκευής, παραγωγής αποτελεί το αντικείμενο μελέτης των Schumacher, Τερζίδη. Από την ανάγνωση και κατανόηση των δύο κειμένων γίνεται σαφές ότι η ένταξη των ψηφιακών τεχνολογιών επιφέρει αλλαγές τόσο στην αρχιτεκτονική θεωρία όσο και την πράξη με πλήθος παραδειγμάτων που αφορούν κυρίαρχα στο κτιριακό έργο, αλλά και την πολεοδομία-χωροταξία. Ο παραμετρισμός αποτελεί στις μέρες μας την ηγεμονεύουσα τάση της avant-garde αρχιτεκτονικής και αυτό λόγω της δυνατότητάς του να αυξήσει το πεδίο «δημιουργικότητας» έναντι των άλλων ρευμάτων με την εισαγωγή νέων στοιχείων συχνά ξένων. Ένα δεύτερο στοιχείο καθοριστικό της εξάπλωσης του είναι η ικανότητα διαχείρισης υπολογιστικών προγραμμάτων, συχνά πολύπλοκων και σύνθετων. Ο Schumacher επιλέγει στο κείμενο του να παρουσιάσει τα χαρακτηριστικά της παραμετρικής αρχιτεκτονικής ως νέου μορφολογικού στυλ. Ο Τερζίδης αντίθετα θα δώσει έμφαση στα προγραμματιστικά και υπολογιστικά εργαλεία και στη συμβολή τους στην αρχιτεκτονική εκφράζοντας όμως έντονα προβληματισμό σχετικά με την χρήση αυτών και το ελλιπές γνωστικό υπόβαθρο των χρηστών- αρχιτεκτόνων. Στο κείμενο του Schumacher αναπτύσσεται λεπτομερώς η παραμετρική αρχιτεκτονική, τόσο σαν έννοια, μορφή , αλλά και σα λειτουργία, κατασκευή. Η έμφαση δίνεται στον προσδιορισμό του νέου αυτού στυλιστικού, μορφολογικού αρχιτεκτονικού ρεύματος. Έτσι λοιπόν αντιλαμβανόμαστε την ανάδυση ενός νέου «στυλ» που διεκδικεί καθολική ισχύ. Διεκδικεί να ηγεμονεύσει σαν κυρίαρχη ιδεολογία και αντίληψη προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα βάση συζήτησης και πράξης. Αποτελεί την απάντηση στην κρίση του Μοντερνισμού, ως το πιο ολοκληρωμένο αποτέλεσμα των αναζητήσεων που σημάδεψαν την εποχή από την επικράτηση του Μοντέρνου. Αποτελεί εκείνη την ώριμη κίνηση που έρχεται να ενοποιήσει σε κατεύθυνση δημιουργική ρεύματα όπως η Αποδόμηση και το Μετά- μοντέρνο από τα οποία έχει δανειστεί αρκετά χαρακτηριστικά γνωρίσματα και όχι να τα εξαλείψει. Η απόρριψη των σχεδιαστικών αρχών του μοντέρνου και των αρχιτεκτονικών μορφών του αποτελεί κοινό τόπο του παραμετρικού σχεδιασμού. Απέναντι στην γεωμετρική αυστηρότητα ο παραμετρισμός προτάσσει την ένταση, τα καμπύλα σχήματα και τα δυναμικά συστήματα. Επιδιώκει την παραμόρφωση των μορφών, τη διαφοροποίηση και τις έντονες κλίσεις, την αλληλοσυσχέτιση των επιμέρους στοιχείων-συστημάτων. Η ποικιλία, η πολυμορφία και η πολυπλοκότητα είναι στο επίκεντρο των σχεδιαστικών προτάσεων. Όσον αφορά στους λειτουργικούς κανόνες εξίσου απορρίπτει τις αρχές του μοντέρνου αποφεύγοντας το διαχωρισμό των λειτουργιών και επιτρέποντας την επικοινωνία των επιμέρους δραστηριοτήτων και την αλληλεπίδρασή τους. Η παραμετρική αρχιτεκτονική σύμφωνα με τον Schumacher αποτελεί εκείνο το καθολικό μορφογενετικό σύστημα στα πλαίσια του οποίου επιτυγχάνεται η συσχέτιση αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας. Διεκδικεί να αποτελέσει το «Διεθνές Στυλ» της σύγχρονης εποχής με την κυριαρχία του Αρχιτέκτονα χωρίς κάποια συμμετοχική διάθεση. Ο Αρχιτέκτονας φαίνεται να ενισχύεται με την χρήση ενός εργαλείου που καθορίζει και ελέγχει το σχεδιασμό στην παραμικρή του λεπτομέρεια. Η χρήση αυτού του εξίσου ισχυρού εργαλείου δεν φαίνεται να απειλεί ούτε στο ελάχιστο την πρωτοκαθεδρία του Αρχιτέκτονα. Σε αυτό το σημείο διαπιστώνεται η διαφορετική οπτική που υιοθετείται στα δύο κείμενα. Στον προσδιορισμό του υποκειμένου της σχεδίασης και της σχέσης του με το παραμετρικό αντικείμενο. Ο Τερζίδης μελετά την χρήση του υπολογισμού στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, την αμφιλεγόμενη συμβολή του υπολογιστή σε αυτόν και την έννοια του Αλγορίθμου. Πως πρέπει να αντιμετωπίζεται από τον σημερινό αρχιτέκτονα ο υπολογιστής? Ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται ότι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής χρησιμοποιείται κυρίαρχα σαν ένα απλό εργαλείο, το οποίο δεν είναι εντελώς υπό τον έλεγχο του χρήστη και συχνά δεν γίνεται πλήρως κατανοητό από αυτόν. Αυτή η σχέση περιορίζει την αξιοποίηση των δυνατοτήτων του υπολογιστή, αλλά και τα όρια της δημιουργικότητας του αρχιτέκτονα. Η απεριόριστες δυνατότητες του Η/Υ σε συνδυασμό με την ελλιπή γνώση του χρήστη μπορεί να οδηγήσουν στην απώλεια ελέγχου επί της σχεδίασης και στην υπονόμευση της αρχιτεκτονικής δημιουργίας. Εμφανίζεται η ανάγκη για διάλογο μεταξύ αρχιτέκτονα και υπολογιστή, ώστε το δεύτερο από ένα απλό εργαλείο να μετουσιωθεί σε «συνεργάτη». Αυτή η διαλεκτική σχέση που θα αναπτύσσεται θα απελευθερώνει τις διανοητικές ικανότητες του αρχιτέκτονα και τις τεχνολογικές δυνατότητες του υπολογιστή. Ο Τερζίδης θέλει τον σύγχρονο αρχιτέκτονα να κατανοεί πλήρως τη λειτουργία των υπολογιστικών προγραμμάτων, να έχει τον απόλυτο έλεγχο σε αυτά και να δημιουργεί τα δικά του εργαλεία αξιοποιώντας τα. Είναι απαραίτητη γι αυτόν η βαθιά γνώση των υπολογιστικών προγραμμάτων προκειμένου ο αρχιτέκτονας να μην είναι απλά προγραμματιστής, αλλά ο κύριος σχεδιαστής αφού το παραγόμενο παραμετρικό προϊόν είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον τρόπο παραγωγής του. Συνεπώς και η παραμετρική αρχιτεκτονική για τον Τερζίδη δεν αποτελεί μια απλή τεχνική προγραμματισμού, αλλά μια νέα έννοια η οποία προκύπτει από τη συνένωση πολλών διαφορετικών επιστημών και κυρίαρχα τη βαθιά γνώση των τεχνολογικών επιτευγμάτων. Με την εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας ένας ολόκληρος κόσμος πολύπλοκων μορφών, που δύσκολα θα τα φαντάζονταν κάποιος ένα προηγούμενο διάστημα, πλέον μπορεί να γίνει πραγματικότητα. Μορφές μη συμβατικές ως προς τη φόρμα και το μέγεθος μπορούν με τα νέα τεχνολογικά μέσα να περάσουν από τη σχεδίαση, στην παραγωγή και την κατασκευή. Ωστόσο για τον σύγχρονο αρχιτέκτονα η πολυπλοκότητα και η πολυμορφία δεν είναι αυτοσκοπός, προκειμένου να αποτυπώσει μορφολογικά το νέο αρχιτεκτονικό στυλ που θέλει να ξεφύγει από τον παραδοσιακό σχεδιασμό, αλλά μέσο της αρχιτεκτονικής δημιουργίας. Τέλος αξίζει να σημειωθεί ο προβληματισμός του Τερζίδη σχετικά με την παραμετρική αρχιτεκτονική και τη διάδοση της σε χώρες λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες. Μπορεί αυτή η «νέα» αρχιτεκτονική που θέλει να έχει παγκόσμια εμβέλεια και να κατακτήσει τον κόσμο και τον πολιτισμό, να απελευθερώσει δυνατότητες προς όφελος της κοινωνίας να αφήνει στο περιθώριο πολιτισμούς λιγότερο αναπτυγμένων χωρών? Μπορεί αυτή η «νέα» αρχιτεκτονική να πραγματώνεται μόνο στις αναπτυγμένες χώρες και να αξιοποιείται σε μια προσπάθεια επίδειξης και διατήρησης της δύναμης τους?

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Χραπανά Μαριάννα

Τα δύο κείμενα με την πρώτη ματιά θα μπορούσα να πω ότι προσεγγίζουν το ίδιο θέμα, αυτό που αφορά τις νέες ελεύθερες μορφές που συναντούμε πλέον όλο και πιο συχνά στην αρχιτεκτονική σύνθεση και σχετίζεται άμεσα με τη χρήση των σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων. Παρ όλα αυτά, τα κείμενα στην πραγματικότητα έχουν τελείως διαφορετικές προσεγγίσεις.

Το κείμενο του Τερζίδη ‘’Expressive form: A conceptual approach to computationaldesign’’ ασχολείται κυρίως με τη σχέση της νέας αυτής μορφής με τα τεχνολογικά και υπολογιστικά μέσα και με το κατά πόσο σε μια τέτοια αλληλεπίδραση ανθρώπου και τεχνολογίας είναι δυνατόν να βγει κερδισμένο το ανθρώπινο μυαλό. Αρχικά, λοιπόν, ο Τερζίδης ασχολείται με το διαχωρισμό της εκφραστικότητας και του δυναμισμού, καθώς όπως λέει, αυτές οι δύο έννοιες συχνά συγχέονται. Παρ’ όλα αυτά διαφέρουν καθώς η εκφραστικότητα ενσωματώνει μερικές από τις πιο εγγενείς και μοναδικές ιδιότητες της μορφής, τα χαρακτηριστικά και την ταυτότητα. Ενώ η μια έννοια δείχνει την αλλαγή, τη δραστηριότητα και την πρόοδο, η άλλη έννοια υποδηλώνει τάση, κλήση ή ροπή. Άλλες δύο έννοιες που επιχειρεί να διαχωρίσει είναι αυτή της σιωπηρότητας ως τον όρο που υποδηλώνει την παρουσία της απουσίας και ως αυτόν που περιλαμβάνει τη διαμόρφωση των δυνάμεων της κατανόησης πέρα από αυτά που είναι σαφή.

Έτσι, μέσα από έννοιες φτάνει μέχρι τη μορφή που την προσδιορίζει ως μια αφηρημένη οντότητα που κατέχει ορισμένα γεωμετρικά χαρακτηριστικά. Ο Τερζίδης υποστηρίζει ότι η προσκόλληση στις ιδιότητες του «ουσιώδους» και του «σημαντικού» περιορίζει τη σχεδιαστική φαντασία, ενώ για την απελευθέρωση της μορφής από τους περιορισμούς πρέπει οι συμπεριφορές να βρίσκονται πιο κοντά στη διαίσθηση παρά στην αντίληψη. Σύμφωνα με πρόσφατες θεωρίες της μορφής, η αρχιτεκτονική επικεντρώνεται σε υπολογιστικές μεθόδους για την εξερεύνηση και την έκφρασή της. Υπάρχει μια τάση, οι ιδιότητες που προκύπτουν από τη χρήση υπολογιστικών μηχανισμών να αναζητούνται και να εξερευνούνται ως οι πηγές για την αναζήτηση των μορφών με τη χρήση νέων τεχνικών και μεθόδων. Τα υπολογιστικά εργαλεία είναι πλέων οι πρωταγωνιστές σε αυτή την διερεύνηση. Αυτή, λοιπόν, η μεταμόρφωση της παραδοσιακής προβληματικής του χώρου και της μορφής έγινε μέσω των νέων δυνατοτήτων που προσέφεραν οι διασταυρώσεις της με την επιστήμη και οδήγησαν στη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και σε μια νέα υπολογιστική σχέση με το χώρο και το χρόνο.

Ακόμα ο Τερζίδης αναφέρεται σε δύο προσεγγίσεις που αφορούν τη χρήση των τεχνολογικών εργαλείων από τον άνθρωπο. Η πρώτη προσέγγιση βασίζεται στο ιστορικό προηγούμενο και επιδιώκει τη συνεργασία των εννοιών με αυτές του παρελθόντος σε ένα ενιαίο πλαίσιο έχοντας ως στόχο την ιστορική συνέχεια και την εξέλιξη. Τα ψηφιακά εργαλεία αποτελούν εργαλεία καταγραφής και αναπαράστασης και υπηρετούν την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Εδώ είναι απαραίτητη η κυριαρχία του ανθρώπινου νου. Αντίθετα, στη δεύτερη προσέγγιση οι ψηφιακές συσκευές δεν θεωρούνται ως εργαλεία για τη διερεύνηση αυτού που είναι γνωστό, αλλά παρουσιάζονται ως οι πύλες για να φτάσουμε στο άγνωστο. Πρόκειται για υπολογιστικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούνται όχι μόνο για την εξερεύνηση των υπαρχόντων εννοιών, αλλά και για τη διαμόρφωση νέων.

Τέλος, αφού ξεκαθαριστεί η εννοιολογική διαφορά μεταξύ του «υπολογισμού»(computation) και της «μηχανογράφησης»(computerization) (υπολογισμός είναι διαδικασία με την οποία καθορίζεται κάτι μέσω μαθηματικών ή λογικών μεθόδων, ενώ μηχανογράφηση είναι η επεξεργασία ή αποθήκευση των πληροφοριών σε ένα υπολογιστικό σύστημα) μπορούμε να μιλήσουμε για τον αλγοριθμικό σχεδιασμό. Για τους αρχιτέκτονες , ο αλγοριθμικός σχεδιασμός επιτρέπει στο σχεδιαστή τη μετάβαση από τον αρχιτεκτονικό προγραμματισμό στον προγραμματισμό της αρχιτεκτονικής. Έτσι, ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός θα οδηγήσει σε ευφυής μορφές. Παρ’ όλα αυτά η αλγοριθμική αρχιτεκτονική μπορεί να είναι εμπνευσμένη, αλλά μπορεί να γίνει και επικίνδυνη, καθώς η χρήση αυτών των νέων εργαλείων χρειάζεται έλεγχο, ικανότητες και δεξιοτεχνία. Διαφορετικά, οι σχεδιαστές, συχνά, παρατηρούν να μην έχουν τον έλεγχο και να μην γνωρίζουν τα όσα εκτελούνται μέσα από τις αλγοριθμικές διαδικασίες.

Η φύση της αλγοριθμικής σχεδίασης είναι η δημιουργία περιβάλλοντος μέσα από μαθηματικούς κανόνες ή δίνοντας τυχαίες τιμές. Αυτό το περιβάλλον, στη συνέχεια, έχουμε τη δυνατότητα να το εξελίξουμε σε μια μορφή που θέλουμε. Σε αυτή τη διαδικασία, ο υπολογιστής θα πρέπει να αποτελεί απλώς ένα εργαλείο. Η αλγοριθμική, λοιπόν, σχεδίαση μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα τάση, πράγμα όμως που δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι μορφές που θα βγουν από αυτή τελικά θα μοιάζουν μεταξύ τους. Ωστόσο, αυτή η νέα μέθοδος ανοίγει το δρόμο στους αρχιτέκτονες να δημιουργήσουν νέες γεωμετρίες και μορφές μεγάλης πολυπλοκότητας.

Με αυτές τις νέες πολύπλοκες μορφές ασχολείται και ο P. Schumacher στο κείμενό του “The Parametricist Epoch: Let the Style Wars Begin”, προσεγγίζοντας ωστόσο το θέμα σε μια άλλη διάσταση. Στο κείμενό του μας γνωστοποιεί την έννοια του παραμερισμού και τη συστήνει ως ένα νέο αρχιτεκτονικό στυλ. Αυτό δημιουργείται η ανάγκη του επαναπροσδιορισμού της έννοιας του στυλ. Το στυλ είναι ένα βαθύ ιστορικό φαινόμενο, παρόλο που συχνά θεωρείται ότι αποτελεί απλώς ένα θέμα εμφάνισης και μπορεί να συγχέεται με τη μόδα.

Ο P. Schumacher, λοιπόν, παρουσιάζει τον παραμετρισμό να είναι το στυλ που έρχεται ως η λύση και το τέλος μιας παρατεταμένης μεταβατικής περιόδου, στην οποία θα επικρατήσει απέναντι σε μια στιλιστική πολυφωνία. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την εντύπωση πολλών, ότι πλέων δεν είναι εφικτή η διαμόρφωση ενιαίων στυλ αλλά σειρά, σήμερα, έχει πάρει η πολυφωνία.

Έρχεται, στη συνέχεια, να διακρίνει τα εποχικά και τα μεταβατικά στυλ. Η διαφορά των δύο είναι ότι τα μεταβατικά εναλλάσσονται γρήγορα ή συμβαίνουν πολλά ταυτόχρονα ως ανταγωνιστικά στυλ.

Φτάνει, λοιπόν, να δώσει τον εννοιολογικό και λειτουργικό ορισμό του παραμετρισμού. Εννοιολογικά parametricism σημαίνει ότι όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και συνθέσεις είναι παραμετρικά μεταβαλλόμενα. Αυτό συνεπάγεται μια θεμελιώδη αλλαγή στις βασικές αρχές της αρχιτεκτονικής. Από τα συγκεκριμένα και άκαμπτα γεωμετρικά σχήματα περνάμε σε γεωμετρικές, δυναμικές αρχιτεκτονικές μορφές. Το βασικό κλειδί για το χειρισμό αυτής της μεταβλητότητας είναι η ύπαρξη σειράς κανόνων που θα διαμορφώνουν τις σχέσεις μεταξύ των διάφορων στοιχείων της. Ωστόσο εδώ το στυλ δεν εξαρτάται μόνο από τις τεχνικές σχεδιασμού και τα νέα εργαλεία, αλλά και από φιλοδοξίες και αξίες, κανόνες και αρχές, τα ταμπού και τα δόγματα που σχετίζονται με τον λειτουργικό ορισμό του. Η τήρηση αυτών των αρχών σε όλες τις εργασίες σχεδιασμού παρουσιάζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση.

Ο παραμετρισμός σύμφωνα με τον P. Schumacher σχετίζεται, έχει την ικανότητα και θέλει να υπηρετήσει την έννοια της συνέχειας των συστημάτων. Αυτό δεν συνεπάγεται μονοτονία ή ομογένεια ούτε δημιουργεί την ανάγκη για την αναζήτηση τρόπων ενσωμάτωσης της κάθε μεμονωμένης προσπάθειας.

Τέλος, ο P. Schumacher αντιπαραθέτει τις έννοιες του παραμετρισμού και του μινιμαλισμού στα πλαίσια μιας στιλιστικής “διαμάχης”. Αναφέρει ότι ο μινιμαλισμός λειτουργεί έντονα ιδεολογικά, όπως και ο παραμετρισμός. Στην αντιπαράθεσή τους, όμως, ο παραμετρισμός διεκδικεί την καθολική ισχύ. Δεν θεωρείται ως ένα εκκεντρικό στυλ που μπορεί να απαντηθεί μόνο σε υψηλής αισθητικής αρχιτεκτονική, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις περιπτώσεις στη σύγχρονη ζωή.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και τα δύο κείμενα αναφέρονται στους νέους τύπους μορφών, που παρατηρούμε, όλο και πιο συχνά, να προκύπτουν μέσα από τη διαδικασία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης. Η προσέγγιση όμως στο κείμενο του Τερζίδη αφορά κυρίως τη σχέση των νέων ελεύθερων μορφών με τα τεχνολογικά μέσα, τις υπολογιστικές διαδικασίες με τις οποίες αυτές οι μορφές μπορούν να προκύψουν, καθώς και τη σχέση του ίδιου ανθρώπου με αυτά τα τεχνολογικά εργαλεία. Αντίθετα, στο κείμενό του ο P. Schumacher ασχολείται με το θέμα τις νέας φόρμας προσεγγίζοντάς τη ως ένα νέο στυλ, το οποίο διαμορφώνεται και εξαρτάται από θέματα κυρίως ιδεολογικά. Φαίνονται, λοιπόν, με αυτών τον τρόπο οι διαφορετικές οπτικές των κειμένων πάνω στο ίδιο, σε γενικές γραμμές, θέμα.

Πέτσιου Χριστίνα

Νέες μορφές, νέα στυλ

Λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των δύο προς σύγκριση κειμένων παρατη­ρείται ότι διαπραγματεύονται θεωρήσεις και πρακτικές που απασχολούν όλο και πε­ρισσότερο τα τελευταία χρόνια το κοινωνικό σύνολο και ακόμα περισσότερο τον αρχι­τεκτονικό κύκλο. Από τη μια η λογική των παραμέτρων που κυριαρχεί σε όλα τα φαι­νόμενα της ζωής και στην αρχιτεκτονική και αποτελεί ένα νέο καθεστώς θεώρησης του κόσμου που επηρεάζει την καθημερινότητα των ανθρώπων. Από την άλλη η εκ­φραστικότητα μέσα από καινούριες μορφές και νέα σχήματα που δύσκολα θα φαντα­ζόταν ο ανθρώπινος νους.

Αυτό που διαπιστώνει κανείς διαβάζοντας τα δύο κείμενα είναι ότι μετά την ανάπτυξη και την ευρεία χρήση των υπολογιστικών συστημάτων και τεχνολογιών έχει επηρεαστεί η δημιουργικότητα και η φαντασία στην αρχιτεκτονική αντίληψη και σύν­θεση. Τα παραπάνω προκύπτουν από το γεγονός ότι στο απόσπασμα του βιβλίου του Expressive Form-A conceptual approach to computational design”, ο Κώστας Τερζίδης διαπραγματεύεται τη σπουδαιότητα της εκφραστικότητας μέσω νέων μορ­φών που προκύπτουν από νέες μεθόδους με τη χρήση υπολογιστών και από αλγο­ριθμικές παραστάσεις. Ενώ, στην παρουσίαση τουThe Parametricist Epoch:Let the Style Wars Begin, ο Patrick Schumacher προτείνει την υιοθέτηση ενός ενιαίου στυλ και μας εισάγει στην έννοια του παραμετρισμού. Το σίγουρο και για τις δύο οπτικές είναι ότι διαπραγματεύονται νέες ιδέες και πρακτικές που χρήζουν κριτικής, επεξερ­γασίας και έρευνας.

Κάθε αρχιτέκτονας, κάθε σχεδιαστής, αλλά και οποιοσδήποτε άνθρωπος χρησιμοποιεί το σκίτσο και την επεξεργασία των μορφών ως μέσο έκφρασης για να παρουσιάσει τον χαρακτήρα και την ταυτότητα του. Η εκφραστικότητα είναι αυτή που δίνει νόημα στο σιωπηρό, σε αυτά που δεν μπορούν να ειπωθούν, σε αυτά που είναι δύσκολο να κατανοηθούν και με αυτόν τον τρόπο οδηγεί σε νέους τρόπους επικοι­νωνίας, καθώς η έκφραση μεταφέρει πολύ πιο εύκολα τα μηνύματα από ότι ο προ­φορικός λόγος. Η ανάγκη των σχεδιαστών να δώσουν δυναμικότητα -που όπως δι­ευκ­ρινίζει στην αρχή του κειμένου του ο συγγραφέας είναι διαφορετική από την εκ­φραστικότητα- στις μορφές τους, δηλαδή κίνηση και εισαγωγή της τέταρτης διάστα­σης, του χρόνου, οδήγησε στην αναζήτηση νέων μεθόδων και τεχνικών δημιουργίας μορφών.

Η ανάγκη αυτή θα μπορούσε να ικανοποιηθεί είτε με την επανεξέταση και τον εκσυγχρονισμό παλαιότερων προσεγγίσεων είτε με την αναζήτηση πρωτοφανών μη­χανισμών. Μα είναι δυνατόν παλιές θεωρήσεις να ικανοποιήσουν καινούριες ανά­γκες; Πως μπορούν να ικανοποιήσουν την ανάγκη της μοναδικότητας που υπάρχει στην εποχή μας; Μπορεί να απλοποιηθεί η πολυπλοκότητα όντας προσκολλημένοι σε αναχρονιστικούς περιορισμούς; Σε αυτές τις ερωτήσεις έρχονται να δώσουν απαντήσεις τα νέα υπολογιστικά εργαλεία και αλγοριθμική αρχιτεκτονική, η οποία έχει την ικανότητα να παράγει απρόσμενες μορφές.

Αλγοριθμική ή τεχνητή αρχιτεκτονική θεωρείται ένας συνδυασμός αρχιτεκτονι­κού σχεδιασμού και τεχνητής νοημοσύνης. Όμως κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η τεχνητή δε θα υποβαθμίσει την ανθρώπινη νοημοσύνη και αρχιτεκτονική. Υπάρχει η πιθανότητα η αλγοριθμική αρχιτεκτονική να είναι πηγή έμπνευσης καθώς δημιουρ­γεί μορφές που δεν μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος και να αποτελεί μια πολύ καλή απομίμηση της πραγματικότητας, όμως υπάρχει και το ενδεχόμενο της άκριτης χρή­σης των προγραμμάτων χωρίς να αναπτύσσονται η δημιουργικότητα και η φαντασία και οι σχεδιαστές και αρχιτέκτονες να μετατρέπονται σε προγραμματιστές. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει μεν να υπάρχει η κατάλληλη κατάρτιση στους νέους τρόπους σχεδια­σμού και παρουσίασης μιας ιδέας, αλλά αυτή να έχει πρώτα επεξεργαστεί-όσο πε­ρίπλοκη και αν είναι η γεωμετρία της- από το χέρι και το μυαλό του σχεδιαστή πριν εισαχθούν τα δεδομένα της για επαναδιαπραγμάτευση στο υπολογιστικό σύστημα. Επομένως, η εκφραστικότητα και η δυναμικότητα των μορφών μπορεί να επιτευχθεί πλέον και μέσω προγραμμάτων εφόσον αυτές δεν αντικαθίστανται από την απλή πληκτρολόγηση αλγορίθμων και εντολών.

Φυσικό θεωρείται το γεγονός η αναζήτηση νέων μορφών να οδηγήσει και στην αναζήτηση ενός ενιαίου στυλ που θα περιλαμβάνει τα καινούρια πρότυπα που προτείνει η αλγοριθμική αρχιτεκτονική. Θεωρώντας ότι ο αλγόριθμος είναι μια διαδι­κασία επεξεργασίας παραμέτρων και δεδομένων θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει την αλγοριθμική αρχιτεκτονική, που διαπραγματεύεται ο Κ. Τερζίδης, με τον παρα­μετρισμό, το νέο στυλ αρχιτεκτονικής που προτείνει ο P. Schumacher, διακεκριμένος αρχιτέκτονας και στενός συνεργάτης της Zaha Hadid, «βασίλισσα» των παραμετρι­κών σχημάτων και μορφών.

Ο P. Schumacher θεωρεί την κατηγοριοποίηση της αρχιτεκτονικής σε στυλ σημαντική και αναζητά το καθολικό στυλ που θα χαρακτηρίζει την εποχή, όλες τις σύγχρονες τεχνικές σχεδιασμού και θα πληροί όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά, που αφορούν και προβληματίζουν το κοινωνικό σύνολο, καθώς ο παραμετρισμός δεν αφορά μόνο στους αρχιτέκτονες. Ο παραμετρισμός, σύμφωνα με τον αρθρογράφο θεωρείται η λύση στην κρίση του μοντερνισμού και στη παρατεταμένη μετάβαση με­ταξύ μεταμοντέρνου και αποδόμησης. Αυτό που υπόσχεται και επιβάλλει το νέο στυλ είναι ότι τα επιμέρους εποχικά στυλ, αυτό που αποκαλούμε μόδα, θα εξαφανιστούν και θα ενοποιηθούν κάτω από την έννοια του παραμετρισμού και θα ακολουθούν τους ίδιους κανόνες και θα υπακούν στις ίδιες αρχές. Τα αρχιτεκτονικά στυλ κατανο­ούνται καλύτερα αν αντιμετωπιστούν ως θεωρητικά προγράμματα σχεδιασμού που επιδιώκουν την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής. Όπως η αλγοριθμική αρχιτεκτονική έτσι και ο παραμετρισμός απαιτούν ανάλυση και κριτική για να εφαρμοστούν άρτια χωρίς οι μορφές και οι ιδέες να οδηγούν σε ομοιογένεια και μονοτονία.

Στην καθημερινότητα οι άνθρωποι σκέφτονται και συνδυάζουν διάφορες πα­ραμέτρους για να οργανώσουν τη ζωή τους, έτσι και στην αρχιτεκτονική ο παραμε- τρισμός ως νέο και φιλόδοξο στυλ επιδιώκει την εξέλιξη των μορφών αλλά και την κατανόησης της λειτουργίας των αρχιτεκτονικών στοιχείων. Τα συστατικά αυτά στοιχεία πρέπει να είναι παραμετρικά εύπλαστα και δυναμικά και να ακολουθούν τα taboo και τα δόγματα του παραμετρισμού. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να συνδυάζονται και οι έννοιες εκφραστικότητα και δυναμικότητα υπό τις αρχές της αλγοριθμικής αρχιτεκτονικής.

Ο παραμετρισμός σα στυλ αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην 11η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας και στοχεύει σε νέα αντιμετώπιση της αρχιτεκτονικής σύνθεσης μέσα από περίπλοκες μορφές και σχήματα.

Ένα γενικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η αρχιτεκτονική αναπτύσσεται και μεταλλάσσεται συνεχώς, καθώς οι συνήθειες και οι ανάγκες των ανθρώπων αλλάζουν. Οι δύο έννοιες που παρουσιάστηκαν συνοπτικά βρίσκουν κοινό τόπο στο στόχο τους να εξελίξουν την αρχιτεκτονική. Εμφανίστηκαν πολύ φιλόδοξες και καινοτόμες, αλλά χρειάζονται πρακτική αντιμετώπιση. Η διαφορετική προσέγγιση που παρατηρείται ανάμεσα στα δύο κείμενα είναι ότι ο Τερζίδης δέχεται και διαφορετικές απόψεις και φροντίζει να παρουσιάσει και τις δύο πλευρές της αλγοριθμικής αρχιτεκτονικής, ενώ ο Schumacher δε δέχεται διαφορετική άποψη και θεωρεί τον παραμετρισμό το στυλ που μπορεί να ενώσει και να περιλάβει όλα τα προηγούμενα. Όμως πριν εφαρμοστούν όλες αυτές οι θεωρήσεις καθολικά θα πρέπει να εξεταστούν και να κριθούν.

Πέτσιου Χριστίνα

Μπόνας Αβραάμ

ΤΕΡΖΙΔΗΣ – SCHUMACHER : ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΉ ΠΑΡΑΘΕΣΗ

Επιχειρώντας μια συγκριτική ανάλυση ανάμεσα στο κείμενο ‘’The Parametricist Epoch: Let the Style Wars Begin’’ του Patrik Schumacher και του αποσπάσματος του βιβλίου ‘’Expressive Form: A conceptual approach to computational design’’ του Κώστα Τερζίδη η αίσθηση που μου δημιουργήθηκε είναι ότι το κείμενο του Τερζίδη λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο ως υποστηρικτικό εργαλείο – οδηγό που μας εισάγει σε βασικές έννοιες πάνω στη μορφή ,όπως αυτή διαμορφώνεται σε ένα σύγχρονο υπολογιστικό περιβάλλον , ώστε να αντιληφθούμε καλύτερα το εκφραστικό υπόβαθρο του νέου αρχιτεκτονικού κινήματος που προτείνει – παρουσιάζει ο Schumacher .

Πιο συγκεκριμένα , ο Schumacher εκπονεί το μανιφέστο του κινήματος του ‘’Παραμετρισμού’’ , όπως αυτός το ονομάζει , παραθέτοντας τους απαραίτητους ορισμούς , αρχές , παραδοχές αλλά και στρατηγικές του , ενός κινήματος που έχει ως στόχο να αποτελέσει ενιαία παγκοσμίως αποδεκτή αναφορά και εφαρμογή , αντικαθιστώντας ως κυρίαρχο κίνημα αυτό του Μοντερνισμού . Από την άλλη , σκοπός του κινήματος είναι να οργανώσει και να αρθρώσει την αυξανόμενη ποικιλία και πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνικών θεσμών και ανθρώπινων διεργασιών . Βασική παραδοχή του είναι η αποδοχή της έννοιας του ‘’στυλ’’ , μιας έννοιας που κατά τον Schumacher πρέπει να επαναπροσδιοριστεί διότι αφενός είναι η μόνη μέσα από την οποία παρατηρείται και αναγνωρίζεται η αρχιτεκτονική έξω από τους αρχιτεκτονικούς κύκλους , δηλαδή από την υπόλοιπη κοινωνία και αφετέρου είναι αυτή που σηματοδοτεί τη μετάβαση από το ένα κίνημα στο άλλο .

Για τον Schumacher το ‘’στυλ’’ δεν έχει να κάνει μόνο με την εμφάνιση (μορφή) και δεν θα πρέπει να συγχέεται με επιφανειακές , μικρής διάρκεια ζωής μόδες . Αντίθετα , είναι ένα ιστορικό φαινόμενο που μπορεί να έχει προβολή και στο μέλλον , ένα ‘’design search program’’ όπως το αποκαλεί , που επανακαθορίζει θεμελιώδεις κατηγορίες , σκοπούς και μεθόδους μιας συνεκτικής και συλλογικής προσπάθειας . Διακρίνει , δε , τα ‘’στυλ’’ σε εποχής (αυτά που χαρακτηρίζουν μια ολόκληρη εποχή ) , μεταβατικά και σε θυγατρικά . Αυτό που υποστηρίζει είναι ότι ο Παραμετρισμός έχει ως στόχο να αποτελέσει ένα στυλ εποχής το οποίο δεν υποβάλλει ομογενοποίηση και μονοτονία στις ανά τον κόσμο εφαρμογές του , αλλά ένα ενιαίο σύστημα αρχών , φιλοδοξιών και αξιών για την αρχιτεκτονική δραστηριότητα παγκοσμίως και όχι μόνο για αυτή των αρχιτεκτόνων της πρωτοπορίας . Παράλληλα , θέτει τις σχεδιαστικές αρχές του οι οποίες είναι η συνεχόμενη διαφοροποίηση μεσα σε ένα σύστημα και έντονη αλληλοσυσχέτιση μεταξύ πολλών συστημάτων .

Στον παραμετρικό σχεδιασμό όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και συμπλέγματα μπορούν να πλαστούν παραμετρικά , γεγονός που αποτελεί και τον εννοιολογικό ορισμό του στυλ . Η τεχνική-κλειδί για τον χειρισμό της πολυποικιλότητας που προκύπτει με τον τρόπο αυτό είναι η καταγραφή παραμετρικών λειτουργικών σεναρίων τα οποία επιτρέπουν την αλληλοσυσχέτιση και τη διαφοροποίηση μεταξύ των στοιχείων και των υποσυστημάτων . Επειδή , ‘όμως , το στυλ αυτό δεν αφορά μόνο μορφολογικές επεξεργασίες πρέπει να χει και λειτουργικό όρισμο , γι ‘ αυτό και ο Schumacher διακρίνει τις αρχές του με βάση αφενός την εύρεση της μορφής και αφετέρου με βάση την εύρεση της λειτουργίας .

Τελειώνοντας ο Schumacher δηλώνει ξεκάθαρα τις στρατηγικές που πρέπει να χει ένα τέτοιο στυλ ώστε να κυριαρχήσει πάνω στα υπόλοιπα . Ως ένα αδιάλλακτο στυλ ,οι μόνες στρατηγικές που μπορούν να το οδηγήσουν στο στόχο του είναι η αυστηρότητα και η επίμονη προσκόλληση των αρχιτεκτόνων στις αρχές ,τις αξίες και τις επιδιώξεις του .Κι αυτό γιατί η ‘’κακοφωνία’’ των πολλών στυλ που επικρατούν είτε δημιουργεί ένα οπτικό χάος , είτε περιορίζει τη σύγχρονη κοινωνική πολυπλοκότητα . Γι αυτόν οι συνέχειες που κατασκευάζονται με βάση τον παραμετρισμό δεν πρέπει να διαταράσσονται από μη παραμετριστές αρχιτέκτονες . Αναγνωρίζει , μάλιστα , ως εχθρούς του τον μινιμαλισμό ,τον οποίο θεωρεί και κυριότερο αντίπαλο του και χαρακτηρίζει ως εξέλιξη του μοντερνισμού , εξίσου αδιάλλακτο στις αρχές του με τον παραμετρισμό αλλά και χωρίς σαφή θεωρία , και τον πραγματιστικό μοντερνισμό , τον οποίο θεωρεί υπολειμματική κατηγορία με εξαιρετικά ,ωστόσο , παραδείγματα .

Ο Τερζίδης από την πλευρά του επικεντρώνεται στο ζήτημα της μορφής . Δεν προτείνει αρχές και αξίες για ένα νέο κίνημα στο σχεδιασμό αλλά εστιάζει σε αυτή καθεαυτή την σχεδιαστική διαδικασία και προσπαθεί να θέσει το θεωρητικό υπόβαθρο ενός σχεδιασμού με βάση τους υπολογιστές . Όπως υποστηρίζει , από τον πειραματισμό που γίνεται τα τελευταία χρόνια πάνω στον τομέα αυτό , έχουν προκύψει 2 προσεγγίσεις : η πρώτη επαναξιολογεί θεωρίες και πρακτικές του παρελθόντος μέσα σε ένα νέο context , όπου τα ψηφιακά εργαλεία δεν είναι τίποτα άλλο από συσκευές αναπαράστασης στην υπηρεσία της ανθρώπινης δημιουργικότητας και ερμηνείας , με στόχο την επίτευξη ιστορικής συνέχειας . Αυτή η προσέγγιση , βέβαια , δεν αφήνει περιθώριο στη σκέψη να ξεφύγει από την ανθρώπινη αντίληψη . Αντίθετα η δεύτερη αποτελεί ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο έξω από κάθε προηγούμενη αντίληψη και από προβλεπόμενα γεγονότα , μια είσοδος σε ότι είναι άγνωστο για τον ανθρώπινο νου και παράγεται από τους υπολογιστές .

Το παραπάνω φέρνει στο νου τη σύγκρουση του μινιμαλισμού με τον παραμετρισμό που παρουσιάζει ο Schumacher , καθώς οι προσεγγίσεις αυτές φαίνεται να είναι οι σχεδιαστικές εκφράσεις τους . Ο Τερζίδης για την κατανόηση τις δεύτερης προσέγγισης , η οποία εκφράζει σε μεγάλο μέρος τον παραμετρισμό του Schumacher , αναλύει την έννοια της ‘’εκφραστικότητας’’ ως μέσου για την αποφυγή της μηχανιστικής εξάρτησης από τον υπολογιστή . Σύμφωνα με αυτόν , η εκφραστικότητα περιλαμβάνει τόσο τον ψηφιακό πειραματισμό , όσο και την ανθρώπινη ερμηνεία . Τη διακρίνει , δε , από την έννοια του ‘’δυναμικού’’ , υποστηρίζοντας πως αυτή έχει να κάνει περισσότερο με τις έννοιες της ζωηρότητας , της κίνησης , της δράσης , της αλλαγής και της εξέλιξης , ενώ η εκφραστικότητα έχει ως έννοια χαρακτήρα και ταυτότητα καθώς φανερώνει τάση , ροπή , κλίση και παράταξη με κάποιες ιδέες .

Για τον Τερζίδη η εκφραστικότητα σχετίζεται άμεσα με τις ιδέες της πιθανότητας , της προσδοκίας ,της αντίληψης, της αγωνίας και κυρίως του υπονοούμενου και του ‘’σιωπηρού’’ (αυτού που δεν λέγεται) . Μάλιστα , τονίζει ότι οι τελευταίες δύο έννοιες έχουν να κάνουν με την ιδιότητα της μορφής να προσδιορίζεται από μόνη της , έτσι ώστε κάθε προσπάθεια να τη μιλήσει κανείς λεκτικά να είναι τουλάχιστον ελλειπής . Η εκφραστικότητα αποτελεί , λοιπόν γι ‘ αυτόν τη δίοδο ανάμεσα στην ανάμεσα στην ανθρώπινη διαίσθηση και τις υπολογιστικές διαδικασίες καθώς παρεμβαίνει δραστικά στο σύγχρονο μέσο παραγωγής μορφής με τρόπο αντιληπτό από τον άνθρωπο .

Συμπερασματικά , τα 2 κείμενα λειτουργούν συμπληρωματικά το ένα στο άλλο , αν αναλογιστεί κανείς και το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στη εκπόνηση τους . Ο Τερζίδης παρουσιάζει το 2003 βασικές έννοιες μιας νέας αντίληψης του σχεδιασμού που θα αποτελέσουν το υποστηρικτικό υπόβαθρο ώστε να διακηρύξει ο Schumacher το κίνημα (στυλ) του Παραμετρισμού το 2010 .

ΜΠΟΝΑΣ ΑΒΡΑΑΜ