Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Χαριτωνίδου Ιωάννα

Παραμετρικός και Αλγοριθμικός Σχεδιασμός

Τα δύο κείμενα αναπτύσσουν μία προβληματική για τις σύγχρονες τάσεις του σχεδιασμού, τις θεωρήσεις του απέναντι στην πραγματικότητα και τους τρόπους με τους οποίους θα διαχειρίζεται τα «δεδομένα» της για να παράγει αρχιτεκτονική.

Πηγαίνοντας λίγο πίσω στο χρόνο, το κίνημα του μοντερνισμού θεωρούσε ότι καθώς η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη, ο μόνος τρόπος για να την κατανοήσουμε είναι να τη διασπάσουμε (απλοποιήσουμε) σε μικρότερα διαχειρίσιμα «κομμάτια» που επανασυνδέουμε μετά την επεξεργασία τους και αφού έχουμε «κλειδώσει» τις μεταξύ τους σχέσεις στις βέλτιστες τιμές. Οι βασικές αρχές σχεδιασμού του μοντερνισμού ήταν ο διαχωρισμός και η ομαδοποίηση σε υποσυστήματα από τη μία, και η επανάληψη εσωτερικά των υποσυστημάτων από την άλλη.

Αντίθετα ο παραμετρισμός (parametricism), το σύγχρονο «στυλ» που διαπραγματεύεται στο κείμενό του ο Patrik Schumacher, αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ως έχει, χωρίς να την κατατέμνει σε κομμάτια, εισάγοντας την έννοια των παραμέτρων, οι οποίες παίρνουν κάθε φορά διαφορετικές τιμές ανάλογα με τις συνθήκες και τα ζητούμενα στο σχεδιασμό. Αρχές του παραμετρισμού είναι η διαφοροποίηση και συσχετισμός μεταξύ των στοιχείων και υποσυστημάτων του εκάστοτε σχεδιαστικού προβλήματος. Ταυτόχρονα, η ευπλαστότητα - προσαρμοστικότητα που εισάγει, συνεπάγεται μια μετακύληση από τις κλασσικές γεωμετρικές μεθόδους και μορφές (κάνναβος, ευθείες γραμμές, κύβοι, πυραμίδες, ημισφαίρια) σε περισσότερο δυναμικές και ρευστές μορφές (καμπύλες και οργανικές μορφές / splines, nurbs), καθώς και μορφολογικά και λειτουργικά δόγματα, σύμφωνα με τα οποία θα πρέπει να αποφεύγονται οι άκαμπτες μορφές, η απλή επανάληψη, η ενοποίηση ασυσχέτιστων στοιχείων, τα λειτουργικά στερεότυπα και η ζωνοποίηση και να προτιμώνται οι πιο «μαλακές» μορφές, η διαφοροποίηση και ο συσχετισμός, και τα παραμετρικά σενάρια.

Ο Schumacher θεωρεί τον παραμετρισμό ως το καινούριο σημαντικότερο κίνημα μετά τον μοντερνισμό και τον υποστηρίζει αδιάλλακτα ως το μοναδικό κίνημα που έχει τη δυνατότητα να επιτρέψει στην αρχιτεκτονική δημιουργία να κάνει βήματα μπροστά, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες σύγχρονές του τάσεις, που τις χαρακτηρίζει ως οπισθοδρομικές. Έτσι, με το να υποστηρίζει ότι ο παραμετρισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται με αυστηρότητα και επιμονή, παραβλέποντας πιθανές αποτυχίες του, ώστε να κυριαρχήσει ως ρεύμα και να εξασφαλιστεί η σχεδιαστική συνέχειά του, προσπαθεί να επιβάλλει τις απόψεις του χωρίς περαιτέρω προβληματισμούς και προξενεί αρνητική διάθεση στον αναγνώστη με τις απόλυτες θέσεις του.

Ο Κώστας Τερζίδης από την άλλη πλευρά, προσεγγίζει το θέμα πιο διαλεκτικά, ξεκινώντας με τη διερεύνηση της έκφρασης της μορφής. Η εκφραστικότητα, στοιχείο κάθε μορφής, είναι μία έννοια που εμπεριέχει ποιότητες του χαρακτήρα και της ταυτότητας, σε αντίθεση με το δυναμισμό, που συνεπάγεται απλώς κίνηση και δράση. Η εκφραστικότητα σχετίζεται άμεσα με το σιωπηρό και το υπονοούμενο, αυτό που δεν χρειάζεται ή αδυνατεί να ειπωθεί με λόγια, αυτό που κανείς περισσότερο διαισθάνεται παρά αντιλαμβάνεται με τη λογική. Γι’ αυτό και είναι άρρηκτα δεμένη με τη δημιουργική διαδικασία, στην πορεία αναζήτησης αυτού που ακόμη δεν έχει καθοριστεί ή πάρει μορφή.

Εδώ είναι που υπεισέρχεται ο υπολογιστής ως βοηθητικό εργαλείο στο σχεδιασμό. Ο Τερζίδης εξετάζει τις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις με τις οποίες χρησιμοποιείται η υπολογιστική δύναμη. Στην «παραδοσιακή» προσέγγιση τα υπολογιστικά προγράμματα χρησιμεύουν για την εισαγωγή, επεξεργασία και αναπαράσταση (modeling) στοιχείων που έχουν ήδη προκαθοριστεί από το χρήστη. Δε βοηθούν δηλαδή ουσιαστικά στη δημιουργική – συνθετική διαδικασία, παρά αποτελούν περισσότερο ένα εργαλείο απεικόνισης και μετάδοσης της ιδέας. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ειδικά σχεδιασμένα αλγοριθμικά προγράμματα, τα οποία μέσα από πολύπλοκους συσχετισμούς των ποικίλων παραμέτρων σχεδιασμού, βοηθούν στην ίδια την ανεύρεση της μορφής, ανοίγοντας τεράστιες νέες δυνατότητες.

Παρότι όμως η θέση του Τερζίδη τάσσεται φανερά υπέρ του αλγοριθμικού σχεδιασμού (το βιβλίο του αφορά τους διάφορους τύπους αλγοριθμικού σχεδιασμού), εξετάζει όλες τις αντικρουόμενες απόψεις επί του θέματος (υπό μορφή διαλόγου σε forum) και τελικά με τη σφαιρική του διερεύνηση πείθει περισσότερο από ό,τι ο Schumacher. Έτσι, εκφράζονται για παράδειγμα επιφυλάξεις για το κατά πόσο είναι δόκιμο ο άνθρωπος να θέτει σε εφαρμογή κάτι που ο υπολογιστής έχει παράγει, χωρίς όμως ο ανθρώπινος νους να έχει ακριβώς κατανοήσει τους μηχανισμούς με τους οποίους αυτό προέκυψε. Ή το κατά πόσο όντως η μηχανή μπορεί να ξεπεράσει / αντικαταστήσει τον ανθρώπινο νου, από τη στιγμή που έχει μεν απερίγραπτες υπολογιστικές δυνατότητες συσχετισμού, δεν διαθέτει ωστόσο την ικανότητα να εκτιμά ποιοτικά στοιχεία, απαραίτητα σε κάθε σχεδιασμό.

Ώστε τελικά, από τα αποσπάσματα του Τερζίδη συμπεραίνουμε πως ακόμη και ο αλγοριθμικός / παραμετρικός σχεδιασμός, που φαινομενικά δείχνει να παρέχει απεριόριστες δυνατότητες, υπόκειται σε κάποιους περιορισμούς και ο ανθρώπινος παράγοντας είναι αυτός που θα εκτιμήσει τις καταστάσεις και θα τον χρησιμοποιήσει ως «εργαλείο». Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την επιμονή του Schumacher ότι ο παραμετρισμός είναι μονόδρομος για την πρόοδο της σύγχρονης αρχιτεκτονικής δημιουργίας.

Τέλος, ένα σημείο που αξίζει να προσέξουμε είναι πως ο Schumacher εμμένει περισσότερο στις άπειρες διαφοροποιήσεις – λύσεις που μπορεί να παράγει ο παραμετρισμός, με την προϋπόθεση της ύπαρξης ενός «σφικτά δεμένου» και αδιάσπαστου δικτύου από συσχετισμούς, ακόμη και σε αστικό ή διεθνές επίπεδο. Ο Τερζίδης από την άλλη δίνει περισσότερη έμφαση στις δυνατότητες που παρέχει στο δημιουργό ως διαδικασία, ως εργαλείο πειραματισμού και ανεύρεσης μορφών πέρα από τη φαντασία του (form-finding tool). Προσωπικά, η πρώτη άποψη μου φαίνεται περισσότερο θεωρητική και λιγότερο υλοποιήσιμη, ενώ η δεύτερη άμεσα εφαρμόσιμη και άμεσα βοηθητική στην πραγματικότητα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού σήμερα.

ΧΑΡΙΤΩΝΙΔΟΥ ΙΩΑΝΝΑ

Τσίγκου Χριστιάννα

Μια Απελευθέρωση Εντός Ορίων

Το θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφονται οι συζητήσεις στα αρχιτεκτονικά «πηγαδάκια» εδώ και κάποια χρόνια είναι η εκτεταμένη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών στο σχεδιασμό και η ανάγκη ένταξης των νέων τεχνολογιών στην αρχιτεκτονική δημιουργία. Πτυχές αυτού του θέματος αναλύονται στα δύο αυτά κείμενα. Ενδιαφέρον δε έχει το γεγονός ότι το κείμενο του Τερζίδη γράφτηκε το 2003, όταν ακόμα η διαδικασία του σχεδιασμού διστακτικά αγκάλιαζε τις νέες τεχνολογίες στον τομέα της ενώ το κείμενο του Schumacher δημοσιεύτηκε σε μια εποχή όπου τα προγράμματα σχεδιασμού έχουν εδραιωθεί, και μάλιστα αγαπηθεί από πάρα πολλούς, μόλις 7 χρόνια αργότερα.

Ο Τερζίδης στο κείμενο του προσεγγίζει αρχικά την έννοια της μορφής και του σχήματος για να προχωρήσει στη συνέχεια στο συμπέρασμα ότι οι Αρχιτέκτονες περιορίζονται από αυτό που ονομάζουμε «σχήμα» (shape). Οι καινοτομίες στον τεχνολογικό τομέα, λοιπόν, έρχονται να καταργήσουν αυτούς τους περιορισμούς, προσφέροντας ποικιλίες και συνδυασμούς πέρα από την απτή πραγματικότητα αλλά και πέρα από τη φαντασία. Έτσι, τα σχεδιαστικά προγράμματα γίνονται εργαλείο στο χέρι του σχεδιαστή και του επιτρέπουν να εξερευνήσει νέες φόρμες και σχέσεις μεταξύ των γεωμετρικών μορφών, σπάζοντας τους κανόνες της υλικότητας και ελευθερώνοντας αυτό που αποκαλούμε «μορφή». Ταυτόχρονα, ο συγγραφέας κάνει τη διάκριση ανάμεσα στο εκφραστικό και το δυναμικό, τονίζοντας την αξία του πρώτου, δηλαδή τη διατήρηση της ταυτότητας, του χαρακτήρα και της σημασίας της μορφής, που μπορεί να πάρει τις διαστάσεις ακόμη και της ιδεάς που δεν μπορεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια ή που δεν έχει ανάγκη από λόγια για να μεταφέρει το μήνυμά της. Έτσι, εισάγει την άποψη ότι η τεχνολογία στο σχεδιασμό, μεταφρασμένη στην έννοια, εκτός του «computation», και της αλγοριθμικής λογικής είναι πλέον αναγκαία προκειμένου ο σχεδιαστής και πιο συγκεκριμένα ο αρχιτέκτονας να βρει διέξοδο στο αέναο κυνήγι των ορίων της φαντασίας, καταργώντας τα όρια αυτά.

Ο Schumacher στο δικό του κείμενο, με πολύ απλά λόγια και ελάχιστους ορισμούς παραθέτει την άποψή του για το νέο κίνημα του Παραμετρισισμού, το οποίο βλέπει ως την απάντηση στο Μοντερνισμό και αναγκαία συνέχεια στην πορεία του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Θεωρεί πως η σχεδιαστική κρίση και σύγχυση στη οποία μας οδήγησε το κίνημα αυτό βρίσκει τη λύση της στις δυνατότητες της «ελατής» μορφής. Ο Παραμετρισισμός είναι κάτι βαθύτερο από ένα αρχιτεκτονικό στυλ. Πρόκειται για μια νέα προσέγγιση του σχεδιασμού που βασίζεται σε νέα δεδομένα όσον αφορά την επεξεργασία του αντικειμένου μορφικά και λειτουργικά.

Έχει πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι ενώ ο Τερζίδης παρουσιάζει τη δική του πρόταση για χρήση των σχεδιαστικών τεχνολογιών ως μια ελεύθερη διαδικασία, που διευρύνει τους ορίζοντες του ατόμου και τον προκαλεί να δημιουργήσει, ο Schumacher τονίζει την ύπαρξη και την αναγκαία τήρηση ορισμένων πολύ συγκεκριμένων κανόνων ώστε το αποτέλεσμα να είναι αναγνώσιμο και λειτουργικό. Βέβαια, και οι δύο φαίνεται να τονίζουν (ο Τερζίδης περισσότερο) την αναγκαιότητα του συνεχούς ελέγχου από τον ίδιο το σχεδιαστή του προγράμματος, την επιστράτευση του ταλέντου και της εμπειρίας του ανά πάσα στιγμή. Ταλέντου, φυσικά, με την έννοια της αντίληψης των αρχών του σχεδιασμού.

Στη ουσία παρατίθενται δύο πτυχές του ίδιου θέματος. Αυτό που εκείνοι που βρίσκονται έξω από τον αρχιτεκτονικό κύκλο βλέπουν ως «προγράμματα σχεδιασμού με υπολογιστή», για τους αρχιτέκτονες μπορεί να πάρει τη μορφή της αλγοριθμικής λογικής ή του παραμετρισισμού. Κι αυτά είναι μόνο δύο από τα παρακλάδια του μεγάλου αυτού «Δέντρου της Γνώσης», μιας γνώσης που εμπλουτίζεται συνεχώς με κάθε νέο βήμα της τεχνολογίας. Ο Παραμετρισισμός του Schumacher αφορά την απελευθέρωση της φόρμας από τους γεωμετρικούς της κανόνες με την παράλληλη εμφάνιση νέων αρχών και αξιών όσον αφορά το σχεδιασμό. Φαίνεται, δηλαδή, να θέτει όρια σε αυτό που ο Τερζίδης βλέπει ως απεριόριστο (limitless). Σίγουρα, και στη δική του ανάλυση υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί, υποστηρίζεται όμως και το γεγονός ότι μέσα από την τεχνολογική διαδικασία μπορεί να προκύψουν αποτελέσματα που κανείς δεν τα περιμένει, ακόμη κι όταν οι παράμετροι, οι σταθερές και οι μεταβλητές είναι όλα υπό τον έλεγχο του δημιουργού.

Το σίγουρο είναι πως τα νέα «αρχιτεκτονικά» προγράμματα και οι τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα του «σχεδιασμού με ποντίκι» έχουν πολλά ακόμη να μας δώσουν και μας περιμένουν πολλές εκπλήξεις. Είναι αναγκαίο πάντα να θυμόμαστε, φυσικά, ότι η ανθρώπινη δημιουργικότητα μπορεί μόνο να βοηθηθεί από αυτά. Δεν είναι, λοιπόν, καλό να ξορκίζουμε τις νέες τεχνολογίες, αλλά ούτε και να τις αφήσουμε να μας καταδυναστεύσουν.

Χριστιάννα Τσίγκου

Βλάχου Έλλη-Αντωνία

(Υπο)θέσεις για τον Παραμετρικό Σχεδιασμό

Τόσο το κείμενο του Τερζίδη ‘’Expressive form: A conceptual approach to computational design’’ όσο και το κείμενο του P.Schumacher ‘’The Parametricist Epoch: Let The Style Wars Begin’’, εκφράζουν δύο πτυχές της ίδιας αρχιτεκτονικής προβληματικής , που αφορά την αναζήτηση μιας σύγχρονης εκφραστικής μορφής αρχιτεκτονικής μορφής και ενός αρχιτεκτονικού στυλ, που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του 21ου αιώνα, αξιοποιώντας τις δυνατότητες των ψηφιακών εργαλείων αναζήτησης φόρμας.

Στο κείμενο του Τερζίδη, επιχειρείται να οριστεί κατά κάποιον τρόπο η έννοια της εκφραστικής μορφής ως ένα σύνολο εσωτερικών, υπαρξιακών ‘’ποιοτήτων’’ ταυτότητας και χαρακτήρα. Σε αντίθεση με την έννοια της δυναμικής μορφής, που εκφράζεται κυρίως με την δράση και την κίνηση, η εκφραστική μορφή δίνει έμφαση στην ένταση, την αγωνία και το ‘’ μεγαλείο’’ της στιγμής λίγο πριν τη δράση.* Συνδεδεμένη άρρηκτα, λοιπόν, με την έννοια της ανείπωτης, υποσυνείδητης αξίας, η εκφραστική μορφή δίνει σημασία όχι μόνο στις σαφείς και καθορισμένες έννοιες, αλλά και σε νοήματα που δεν εκφράζονται με λέξεις, δεδομένου ότι ακολουθούν αρχές που βρίσκονται έξω από προηγούμενη κατανόηση. Άλλωστε οι σχεδιαστές, ανέκαθεν, απέφευγαν τα λεκτικά μέσα έκφρασης και επικοινωνίας, καθώς η κυριολεκτική τους διάσταση αφήνει μικρά περιθώρια για ερμηνεία των δημιουργικών ιδεών. Κατά συνέπεια, και η έννοια της φόρμας (μορφής), όταν γίνεται μόνιμα αντιληπτή ως ένα σύνολο υλικοτήτων, έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της σχεδιαστικής φαντασίας.

Πρωταγωνιστικό ρόλο, στην παραδοσιακή αυτή προβληματική του χώρου, διαδραματίζουν τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία σχεδιασμού που αναδιαμορφώνουν τις χωρικές και χρονικές σχέσεις. Ωστόσο, δύο είναι οι κυρίαρχες προσεγγίσεις με βάση τις οποίες γίνονται κατανοητά αυτά τα προγράμματα. Η πρώτη τα αντιλαμβάνεται μόνο ως μέσα αναπαράστασης των αρχιτεκτονικών ιδεών, καθώς πιστεύει στην υπέροχή του ανθρώπου έναντι της μηχανής, προτείνοντας έτσι την επανεκτίμηση παλιών θεωριών-πρακτικών και την αναζήτηση επαναλαμβανόμενων θεμάτων. Αντίθετα η δεύτερη, χτίζει ένα καινούριο θεωρητικό πλαίσιο, απαραίτητο για την αξιολόγηση των ψηφιακών εργαλείων. Καθώς το εργαλείο δεν είναι κάτι το αθώο, αφού εκφράζει τις ιδέες κάθε εποχής, έτσι και τα ψηφιακά εργαλεία δεν χρησιμεύουν πλέον μόνο για αναπαράσταση αλλά και για την αναζήτηση μορφής (form finding).

Έτσι ερχόμαστε στο περιεχόμενο του δεύτερου κειμένου, που αφορά το παραμετρικό στυλ. Η εισαγωγή της ,έννοιας της παραμέτρου ως συνθήκης σκέψης, αποτελεί καθοριστική τομή στον τομέα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.

Το δεύτερο κείμενο, λοιπόν, ασχολείται με την επικράτηση της παραμετρικής μορφής ως κύριας μορφής αρχιτεκτονικού στυλ. Το στυλ βέβαια δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά ως μια λέξη συνώνυμη της μόδας που αφορά την εμφάνιση ( παρόλο που η εμφάνιση έχει μεγάλη σημασία στην αρχιτεκτονική), αλλά κυρίως ως μια δήλωση των ενοτήτων και των διαφορών ανάμεσα στις αρχιτεκτονικές εποχές. Δηλαδή ως μια μορφή ιστορικής συνείδησης που συμβαδίζει με την επιστημονική έρευνα και εξέλιξη.

Ο ‘’παραμετρισμός’’ λοιπόν, μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη και βιώσιμη απάντηση στην κρίση του μοντερνισμού, που είχε ως αποτέλεσμα 25 χρόνια στυλιστικής αναζήτησης και πολυφωνίας. Βέβαια, η διαμόρφωση ενός ενοποιημένου παγκόσμιου αρχιτεκτονικού στυλ δεν πρέπει να σημαίνει ομογενοποίηση ή μονοτονία, αλλά συνέπεια όσον αφορά τις αρχές και τις αξίες αυτής της ενιαίας βέλτιστης πρακτικής.

Ο ‘’παραμετρισμός’’ ως κίνημα, αντιλαμβάνεται τα αρχιτεκτονικά στοιχεία και τα συγκροτήματα ως παραμετρικά, με αποτέλεσμα την απεξάρτηση της αρχιτεκτονικής από τις ιδανικές, άκαμπτες γεωμετρικά φιγούρες και την εισαγωγή νέων γεωμετρικών, οργανικών οντοτήτων, δυναμικών συστημάτων και σχέσεων αλληλεξάρτησης. Ωστόσο, ο λειτουργικός ορισμός του ‘’παραμετρισμού’’ οφείλει να διατυπώσει τις γενικές οδηγίες που θα καθοδηγήσουν την δημιουργική διαδικασία σύμφωνα με τις φιλοδοξίες του στυλ, που αφορά την θέσπιση κανόνων και αρχών για την επεξεργασία και αξιολόγηση της διαδικασίας σχεδιασμού. Οι αρχές αυτές πρέπει να τηρηθούν με συνέπεια, προκειμένου να μην υπάρξουν ασυνέχειες, εξαιτίας της ανάμειξης διαφορετικών συστημάτων, δηλαδή παραμετρικού σχεδιασμού με μη.

Με άλλα λόγια, ο παραμετρικός σχεδιασμός έρχεται να δώσει λύση στην κρίση του μοντερνισμού, και να αντικαταστήσει ως στυλ τις παραλλαγές του μοντέρνου (είτε πρόκειται για την μινιμαλιστική, είτε πρόκειται για την ρεαλιστική). Σε αντίθεση με το μοντέρνο που αποσκοπεί στην ‘’εύρεση της αλήθειας ’’, ο παραμετρικός σχεδιασμός δέχεται την ύπαρξη πολλών διαφορετικών ‘’αληθειών’’, και καταγράφει μία από αυτές μέσα από κλειδώματα παραμετρικών σχέσεων. Ο ‘’παραμετρισμός’’ διεκδικεί καθολική ισχύ, με αποτέλεσμα ο πόλεμος των στυλ να έχει ήδη αρχίσει.

ΒΛΑΧΟΥ ΕΛΛΗ ΑΝΤΩΝΙΑ 13/11/11

Πετρομελίδη Νικολέτα

Patrik Schumacher- Κώστας Τερζίδης

Ο Patrik Schumacher, ένας από τους αρχιτέκτονες της Zaha Hadid Architects, θεωρεί πως ο παραμετρισμός (parametricism), το νέο μεγάλο ρεύμα (σύμφωνα με τον ίδιο) μετά το μοντερνισμό, αποτελεί αδιαμφισβήτητα το μέλλον της αρχιτεκτονικής και του design. Συγκεκριμένα, τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει εμφανές πως οι περισσότερες «καλλιτεχνικές» καινοτομίες έχουν επιτευχθεί με τη βοήθεια παραμετρικών συστημάτων. Ειδικά προγραμματισμένων, δηλαδή, σχεδιαστικών εργαλείων που επεξεργάζονται ένα μεγάλο αριθμό παραμέτρων με σκοπό να παράγουν ένα αποτέλεσμα που θα επηρεάζεται άμεσα από μορφολογικές, λειτουργικές αλλά και περιβαλλοντικές συνιστώσες.

Επιπλέον, σύμφωνα με το Schumacher, το ρεύμα – στυλ του παραμετρισμού καλείται να αντιμετωπίσει τόσο τη μονοτονία του μοντερνισμού, όσο και την κακοφωνία του αστικού χάους που εκδηλώθηκε στον απόηχο του μοντερνισμού. Σημαντική παραδοχή του παραμετρισμού είναι ότι όλα τα αστικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία πρέπει να παραμένουν «εύκαμπτα». Σε αντίθεση, λοιπόν, με τα προηγούμενα αρχιτεκτονικά στυλ, όπου χρησιμοποιούσαν κυρίως, εκτός από τον απλό κάνναβο και τις ίσιες γραμμές, και άλλα γεωμετρικά σχήματα (όπως πυραμίδες, κυλίνδρους, ημισφαίρια κ.α.), ο παραμετρισμός εισήγαγε νέα αρχέτυπα (δυναμικά, προσαρμοστικά, διαδραστικά), χρησιμοποιώντας γεωμετρικές οντότητες ως θεμελιώδη γεωμετρικά δομικά στοιχεία. Έτσι χρησιμοποιήθηκε η έννοια της «ίνας», του «υφάσματος», της «σταγόνας», που αντιδρούν στους «ελκυστές» τους και που μπορούν να συντονίζονται μεταξύ τους μέσω «σεναρίων». Οι νέες αυτές ελκυστικές φιγούρες της ψηφιακής αρχιτεκτονικής αποτελούν τη βάση του δημιουργικού πειραματισμού, στρέφοντας έτσι τους αρχιτέκτονες προς μια ψηφιακή εποχή.

Παράλληλα, το νέο αυτό στυλ έχει ως πρόκληση να ξεπεράσει κάποια στερεότυπα και να υιοθετήσει κάποιες αρχές. Πρέπει να αποφύγει τις άκαμπτες μορφές (που υποδηλώνουν έλλειψη ελατότητας), την απλή επανάληψη (που υποδηλώνει έλλειψη ποικιλίας) και το «κολάζ» μεμονωμένων και άσχετων στοιχείων (που υποδηλώνει έλλειψη τάξης). Αντίθετα, οι μορφές οφείλουν να είναι ομαλές και τα συστήματα διαφοροποιημένα και αλληλοεξαρτώμενα.

Σε παρόμοιους τόνους κινείται και ο Κώστας Τερζίδης, ο οποίος αναφέρει ότι χωρίς το λογισμικό που δημιουργεί τις μαθηματικές ακολουθίες που χρησιμοποιούνται στον παραμετρισμό, αυτή η πρακτική του σχεδιασμού και της κατασκευής δεν θα ήταν δυνατή. Με αυτόν τον τρόπο, ο καθένας μπορεί να γράψει μια απεριόριστη ποικιλία διαδικασιών παραγωγής σχήματος που μπορεί να εκτελεστεί γρήγορα από υπολογιστή, η οποία θα ήταν ανέφικτα επίπονη και χρονοβόρα αν γινόταν από άνθρωπο. Οι διαδικασίες αυτές χρησιμοποιούν όχι μόνο διαδικασίες παραγωγής καμπύλης, αλλά και υπολογιστικούς μηχανισμούς, όπως η επανάληψη και η αναδρομή.

Ακόμη, σύμφωνα με τον Τερζίδη, ένα αναπόσπαστο στοιχείο αυτού του τύπου σχεδιασμού είναι οι αλγόριθμοι και οι υπολογιστικές διαδικασίες. Ο αλγοριθμικός σχεδιασμός περιλαμβάνει τον καθορισμό λογισμικών προγραμμάτων που δημιουργούν χώρο και μορφή σύμφωνα με τον κανόνα που βασίζεται στη λογική της αρχιτεκτονικής, της τυπολογίας και του κτιριολογικού προγράμματος. Ο σχεδιασμός με υπολογιστή δεν θα έπρεπε να είναι απλώς μια ψηφιακή καταγραφή ενός σχεδιασμού που θα μπορούσε να είχε παραχθεί με το χέρι, αλλά μια αφορμή για περαιτέρω πειραματισμό στη μορφή και στο σχήμα του τελικού αποτελέσματος.

Ομοίως, ο Schumacher αναγνωρίζει ότι τα παραμετρικά συστήματα και τεχνικές έχουν σαφώς άψογα αποτελέσματα, ιδίως όταν αυτά σχετίζονται με σχήματα όπως σφαίρες ή θόλους. Ειδικά στην περίπτωση του θόλου, αυτό που λίγοι αντιλαμβάνονται είναι ότι, ενώ το αποτέλεσμα δείχνει αρμονικό, κάθε σύνδεσμος είναι διαφορετικός, κάθε πάνελ είναι διαφορετικό και πραγματοποιείται με διαφορετικό τρόπο. Με τη χρήση, λοιπόν, παραμετρικών συστημάτων επιτυγχάνεται αυτός ο στόχος, η διαφορετικότητα δηλαδή των επί μέρους στοιχείων που όμως φαινομενικά μοιάζουν να είναι ίδια.

Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση στο σχεδιασμό έχει συχνά κατηγορηθεί ως στείρα και χωρίς ανθρωπιστικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, στον επίλογο του βιβλίου του Τερζάκη, τίθεται ο προβληματισμός του σχεδιασμού από υπολογιστή σε αντίθεση με το σχεδιασμό από άνθρωπο. Από τη μια πλευρά, υποστηρίζεται ότι ένας υπολογιστής μπορεί σαφώς να επεξεργάζεται με ευκολία χιλιάδες δεδομένα και να λαμβάνει υπόψη του πολλές παραμέτρους και συνιστώσες, αλλά δεν παύει να είναι ένα «κομπιουτεράκι», μια υπολογιστική, δηλαδή, μηχανή που παράγει ένα «στεγνό» αποτέλεσμα από το οποίο λείπει η «ψυχή» και το ανθρώπινο συναίσθημα. Από την άλλη πλευρά όμως, ένας υπολογιστής μπορεί να αποτελείται από «άψυχες» συνδέσεις, αλλά με τα δεδομένα που ο άνθρωπος του εισάγει, μπορεί να παράγει αρκετά ικανοποιητικά αποτελέσματα, που θα ξεπερνούσαν την ανθρώπινη φαντασία, δίνοντας έτσι έναυσμα για περαιτέρω πειραματισμό, τόσο στη μορφή, όσο και στη λειτουργία.

Αντίστοιχο προβληματισμό δεν συναντούμε στο άρθρο του Schumacher, στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά για τα θετικά στοιχεία του παραμετρικού σχεδιασμού.

Τέλος, σύμφωνα και με το Schumacher αλλά και με τον Τερζίδη, τα παραμετρικά προγράμματα έχουν απερίγραπτες δυνατότητες, τις οποίες οι αρχιτέκτονες έχουν μόλις αρχίσει να αντιλαμβάνονται και να εξερευνούν. Σαφώς ο παραμετρισμός είναι το μέλλον, αλλά σίγουρα ο ανθρώπινος παράγοντας θα είναι πάντα παρών.

ΠΕΤΡΟΜΕΛΙΔΗ ΝΙΚΟΛΕΤΑ

Γκαβογιάννη Κυριακή

«Πρώτ’ απ’ όλα, μου έδειξαν τι σημαίνει πλουραλισμός ˙ότι, δηλαδή, στην αρχιτεκτονική δεν υπάρχει μια και μοναδική άποψη, μια και μοναδική λύση ή ένας και μόνο δρόμος για να φθάσεις σε αυτήν». Έτσι περιγράφει ο Αλέξανδρος Τομπάζης στην «Όμορφη Καμηλοπάρδαλη» το αίσθημα που επικρατεί γύρω από την αρχιτεκτονική. Συναντάται συχνά το φαινόμενο να υπάρχουν πολλές απόψεις πάνω σε ένα ζήτημα οι οποίες συγκλίνουν σε ορισμένα σημεία και αποκλίνουν σε κάποια άλλα. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει γιατί η αρχιτεκτονική δε δύναται να αντιμετωπιστεί με έναν και μόνο τρόπο αλλά επιβάλλεται να αποτελέσει αντικείμενο διαλόγου και «συγκρούσεων». Δεν υπάρχει αντικειμενικότητα, αντ’ αυτού ο τρόπος προσέγγισης και λύσης είναι υποκειμενικός κι έχει να κάνει με προσωπικά βιώματα και ιδέες, πολιτικές, κοινωνικές αντιλήψεις.

Παρόλ’αυτά, ανατρέχοντας στην ιστορία της τέχνης, του πολιτισμού και άρα στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, διακρίνουμε κυρίαρχες απόψεις, ή αλλιώς κινήματα. Τα τελευταία σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν μορφολογικές κατηγοριοποιήσεις, μόδες ή απλά στυλ, αλλά εξέφραζαν και αποτύπωναν στον χώρο (στην περίπτωση της αρχιτεκτονικής) κοινωνικοπολιτικές αντιλήψεις.

Τα δυο κείμενα που καλούμαστε να συγκρίνουμε υπάγονται σε αυτό ακριβώς το φαινόμενο. Ο Patrik Schumacher είναι γνωστός αρχιτέκτονας και συνεργάτης της Zaha Hadid. Έχει δώσει πολλές συνεντεύξεις και διαλέξεις και τόσο το θεωρητικό του έργο όσο και το τεχνικό είναι ποικίλα και αναγνωρισμένα. Στο συγκεκριμένο άρθρο αναλύει τον Παραμετρισισμό, ένα νέο ρεύμα στην αρχιτεκτονική το οποίο πρωτοπαρουσιάστηκε στην 11η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής της Βενετίας. Το τελευταίο ορίζει πως όλα τα αρχιτεκτονικά στοιχεία είναι παραμετρικά εύπλαστα. Αυτό συνεπάγεται μια θεμελιώδη αλλαγή στα βασικά συστατικά στοιχεία της αρχιτεκτονικής: αντί για τα κλασικά γεωμετρικά σχήματα –ευθείες, ορθογώνια, κύβους, σφαίρες, πυραμίδες- τα νέα αρχέτυπα του παραμετρισισμού είναι πιο έμψυχα και δυναμικά –splines, nurbs- με συνέπεια να είναι πιο κοντά στην αντίληψη του ανθρώπου.

Ο Κώστας Τερζίδης, από την άλλη, είναι κατά κύριο λόγο ακαδημαϊκός και αναλύει το θέμα από αυτή τη σκοπιά. Έχοντας αποφοιτήσει από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και έχοντας κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στις Η.Π.Α., διαθέτει πολύπλευρη ενημέρωση. Έρχεται σε επαφή καθημερινά με νέες ιδέες αφού διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ όπου η έρευνα ανθίζει. Τα αντικείμενα διδασκαλίας του ποικίλλουν -κινητική αρχιτεκτονική, αλγοριθμική αρχιτεκτονική, ψηφιακά μέσα, μελέτες στον αρχιτεκτονικό υπολογισμό και ερευνητικές μέθοδοι σχεδιασμού- και γι’ αυτό τον λόγο παραμένει πιο θεωρητικός.

Οι δυο συγγραφείς-αρχιτέκτονες-καθηγητές συμφωνούν σε αρκετά θέματα κυρίως όσον αφορά τη σύγχρονη εποχή και τις αλλαγές που έχει φέρει. Οι πληροφορίες που δεχόμαστε καθημερινά από το περιβάλλον –ως αρχιτέκτονες- είναι πολλές και ποικίλες. Βρίσκονται διάχυτες παντού τριγύρω μας και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουμε. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό και από το πλήθος των παραμέτρων που πρέπει να λάβουμε υπόψη κατά τη διαδικασία του σχεδιασμού. Στην ουσία αποτελούν το ίδιο πράγμα και είναι ξεκάθαρα στοιχεία της εποχής που διανύουμε.

Ένα άλλο κοινό στοιχείο των δυο κειμένων είναι η σημασία που δίνεται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή ως μέσο σχεδιασμού αλλά και προσωπικής έκφρασης. Ο υπολογιστής δεν είναι απλώς ένα ακόμη βοήθημα για τους αρχιτέκτονες, είναι κάτι πολύ περισσότερο αφού μέσω αυτού μπορούν να πραγματοποιηθούν ιδέες που διαφορετικά δε θα μεταφέρονταν ποτέ στην πραγματικότητα. Οι μορφές που «πειράζουμε» μέσω του υπολογιστή δεν είναι οι μόνες που αποτελούν αρχιτεκτονικό αντικείμενο. Υπάρχουν πολλά περισσότερα που μπορούν να γίνουν.

Εξάλλου, ο υπολογιστής έχει εισχωρήσει στην κοινωνική μας ζωή με ποικίλους τρόπους. Η επικοινωνία μας επηρεάζεται άμεσα από αυτόν αφού μας εξασφαλίζει δυνατότητες που παλαιότερα δεν είχαμε και η παγκοσμιοποίηση της πληροφορίας είναι πλέον γεγονός. Στον τομέα της αρχιτεκτονικής, οι επαγγελματίες ανά τον κόσμο μπορούν να δουν project και να έρθουν έστω και ηλεκτρονικά σε επαφή με κατασκευές που διαφορετικά δε θα τις έβλεπαν καν. Με αυτόν τον τρόπο, εξελίσσονται και αποκτούν νέες επιδράσεις.

Αυτό που διαφοροποιεί τις δυο πλευρές είναι η προσέγγιση των αιτίων που έφτασαν τον αρχιτέκτονα να χρησιμοποιεί σε τόσο μεγάλο βαθμό τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Ο Τερζίδης υποστηρίζει ότι η χρήση του υπολογιστή προέκυψε από το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης πιθανότατα δεν μπορεί να εκφραστεί απόλυτα με τα ήδη υπάρχοντα μέσα και δεν του φτάνουν οι λέξεις αφού τον περιορίζουν. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μορφή στην αρχιτεκτονική έκφραση η οποία είναι επίσης περιοριστική. Ο υπολογιστής αποτελεί ένα μέσο έκφρασης για να δείξουμε με διαφορετικό τρόπο τις ιδέες μας. Είναι ένα εργαλείο που επεκτείνει τις δυνατότητές μας στη δημιουργική διαδικασία και την αρχιτεκτονική σύνθεση.

Από την άλλη πλευρά, ο Schumacher θέτει την ευρεία χρήση του υπολογιστή ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της τεχνολογίας και των καλλιτεχνικών στυλ. Ο Παραμετρισισμός στην αρχιτεκτονική εμφανίστηκε ως φυσικό επακόλουθο της πορείας της κοινωνίας και κατ’ επέκταση της πορείας της ίδιας της αρχιτεκτονικής. Όπως σε παλαιότερες εποχές επικρατούσαν διαφορετικές ιδέες –Μπαρόκ, Μανιερισμός- οι οποίες είχαν τα δικά τους μέσα, έτσι και στη σύγχρονη εποχή κυριαρχεί ο Παραμετρισισμός με το δικό του εργαλείο, τον υπολογιστή.

Εν κατακλείδι, τα δυο κείμενα και οι συγγραφείς τους τείνουν να συμφωνήσουν σε ορισμένα θέματα, αλλά παραμένουν στην ουσία τους διαφορετικά. Ο Παραμετρισισμός του Schumacher και η Εκφραστική μορφή του Τερζίδη μοιάζουν αρκετά αλλά είναι ξεχωριστά πράγματα που απλώς έχουν την ίδια βάση.

Ελένη Μακ-Κίραχαν

Computational Design

The excerpts from “Expressive Form: A Conceptual Approach to Computational Design” by Kostas Terzidis, demonstrate an approach to the subject of computational design through the thorough definition and analysis of terms and concepts. First, the author describes the concept of “expressiveness” contrasting it with “dynamism” and stating its “connotative and subliminal” character. Indeed, “expressiveness” is one of the key issues when it comes to the controversy surrounding computational design. Can a computational program convey “expressiveness”? And if it can, does it limit the designer’s creativity and prerogatives? Terzidis links the terms “implicit” and “tacit” with “expressiveness.” “Tacit,” in particular, having to do with cultural values and standards, it seems would exceed the capabilities of a scripted design program. The author distinguishes between computerization, computation and algorithmic design which “incorporates both computational complexity and creative use of computers.” This seems to be a middle ground where the designer uses the computer as a tool through which he conveys his expressiveness. This “human dominance over the machine” is addressed later on as one of the two approaches to “readdress formal issues using new techniques and methods.” The other is based on using the enormous capabilities of the machine, which are not yet understood, in order to push existing limits and expand knowledge. The very interesting question is posed of “whether logic can resolve everything in architecture.” The second approach to computational design answers the question with a definitive “no.” The insistence on logical justification for every move we make in architecture may be the very force limiting progress. Computational design gives contemporary designers a unique opportunity to escape this rigidity and attempt to gain knowledge of architecture through a process of “reverse engineering,” namely, by using the results attained by foreign mechanisms and concepts to relate to current knowledge of architecture. Indeed, it is argued that “computational formal explorations do not eradicate human imagination but rather extend its potential limitations.”
In his article, Schumacher discusses the necessity for the establishment of Parametricism as an architectural style, or rather epoch. He describes the current state of architecture as a “cacophony” created by glorified pluralism and states the need for the unification of these subsidiary styles. In fact, this unification will be a natural development not only because parametricism can include elements from all these styles, but also because they will be connected by a “system of principles, ambitions and values that constitute global best practice.” In fact, the very principle of correlation in parametric design is enhanced by its own correlation with other styles. Schumacher describes parametricism as an avant-garde movement which, however, is vying for “hegemony.” The author fiercely defends the right of parametric design to pursue this status. Similarly to Terzidis, who discusses the complexity of the transition from the genotype to the phenotype, he emphasizes the value of the intense complexity and endless associations and connections which can be created with parametric design as they reflect contemporary society. Though he does not negate the designer’s creative role, Schumacher argues that these relations can be quickly and precisely done by the program. The program is the tool; the designer brings the “new ambitions and new values” which will define the new style. It is interesting, however, that the author insists on the necessity of absolute adherence to the “strictures and impositions” of parametricism in order for there to be consistency. It seems that to achieve freedom through the use of parametricism we must not question its rules. This concept is touched upon in the excerpts of Terzidis in a reference to Robin Evans: “we can only find freedom in the rigor of techniques, being fully aware of their limitations.” Schumacher argues that parametricism is a combination of principled minimalism and unprincipled pragmatic modernism; it couples the rigid structure of the program as well as total adherence to the values of parametricism with the “expressiveness” of the designer.