Η δεύτερη χρονικά προσπάθεια κατανόησης της διαδικασίας σχεδιασμού και ανάλυσής της στις βασικές της αρχές σημειώνεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60 και μένει στην ιστορία ως «Δημιουργική Προσέγγιση» του σχεδιασμού. Εισάγει τη δημιουργικότητα και τη διαίσθηση του σχεδιαστή ως καθοριστικούς παράγοντες του σχεδιασμού. Έπεται της συστηματικής προσέγγισης και, στην ουσία, έρχεται σε αντιπαράθεση με αυτήν αντικρούοντας ορισμένες από τις μεθόδους της. Επίσης, αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο στη θεώρηση του σχεδιασμού, ανοίγοντας τους ορίζοντες για τις προσεγγίσεις που θα επακολουθήσουν τη δεκαετία του ’70.
Παρακάτω θα αναφερθούμε πιο αναλυτικά στις αρχές που χαρακτηρίζουν τη δημιουργική προσέγγιση του σχεδιασμού. Κατ’ αρχάς, προτείνει μια στροφή στις παραδοσιακές πρακτικές, εκσυγχρονισμένες βέβαια με βάση τα νέα επιστημονικά δεδομένα. Υποστηρίζει πως οι παράγοντες σχεδιασμού σημειωτικής φύσης δεν ποσοτικοποιούνται ενώ απαιτούν ως μέσο έκφρασης τη δημιουργικότητα του ατόμου. Αντίθετα, η προηγηθείσα συστηματική προσέγγιση εξέφραζε όλα τα δεδομένα με αριθμούς και επιζητούσε την επίλυση του προβλήματος μέσω μαθηματικών συναρτήσεων. Παράλληλα, η Δ.Π. στράφηκε στη διερεύνηση των διανοητικών διεργασιών του σχεδιαστή, σε αντιπαράθεση προς την ψυχρή διερεύνηση της διαδικασίας σχεδιασμού της Σ.Π. Έθεσε, δηλαδή, σε προτεραιότητα την ιδεολογία και την κοινωνική εμπειρία του σχεδιαστή και αποπροσανατολίστηκε από την μέχρι τότε αυστηρά ορθολογική ανάλυση του σχεδιαστικού προβλήματος. Εισηγήθηκε, ακόμα, την έννοια της «πολιτισμικής ορθότητας» του σχεδιαστικού αποτελέσματος και θεώρησε σημαντική την ικανότητα διαχείρισης του πολιτισμικού συστήματος αξιών από τη μεριά του αρχιτέκτονα. Η Δ.Π. έρχεται να αξιοποιήσει την επιστήμη της ψυχολογίας σε διαφορετικό πλαίσιο από τη Σ.Π. Ενώ προηγουμένως η ψυχολογία συνετέλεσε στην ανάπτυξη της «τεχνητής νοημοσύνης», με την ανάλογη ροπή προς τη χρήση της πληροφορικής στο χωρικό σχεδιασμό, τώρα μελετά και προάγει τις δημιουργικές δράσεις του σχεδιαστή. Το «κίνημα της δημιουργικότητας» προωθήθηκε εξαιτίας ορισμένων συνθηκών της εποχής: του γενικότερου φιλοσοφικού προβληματισμού, της ανάγκης για πρωτοπορία με στόχο την περαιτέρω τεχνολογική ανάπτυξη και της συνειδητοποίησης των δυσμενών συνεπειών που επέφερε ο μέχρι τότε τεχνοκρατικός σχεδιασμός. Εξαιτίας ακριβώς του μεταβατικού χαρακτήρα του ρεύματος, οι αρχές που το θεμελιώνουν χαρακτηρίζονται από ετερογένεια. Πιο συγκεκριμένα, η μετάβαση γίνεται από την ορθολογική – τυποκρατική χωρική σύνθεση στη σύνθεση βασισμένη στις επιστήμες του ανθρώπου, με την παράλληλη συγκρότηση ενός σύγχρονου θεωρητικού λόγου. Η Δ.Π. απορρίπτει τη δυνατότητα μιας άψογης διαδικασίας σχεδιασμού, χωρίς παλινδρομήσεις, κατηγορώντας τη συστηματική επίλυση του προβλήματος για την έλλειψη πρωτοτυπίας και τη συμβατικότητα των λύσεων στις οποίες καταλήγει. Η συμβατικότητα συναρτάται των αστάθμητων παραγόντων που η Σ.Π. δε λαμβάνει υπόψιν, όπως οι μεταβλητές και ετερόκλητες επιθυμίες των χρηστών. Αντίθετα, η Δ.Π. υπολογίζει τις αναμονές του κοινού γι’αυτό και αποτελεί πρόδρομο της επικείμενης Συμμετοχικής Προσέγγισης. Επίσης, ανάγει τις ποιότητες που πρέπει να τηρηθούν για ένα καλό αποτέλεσμα σε πολυδιάστατους κοινωνικο-ιδεολογικούς παράγοντες και όχι απλές μονάδες που αρκεί κανείς να τις επεξεργαστεί με μαθηματικοποιημένες μεθόδους. Μάλιστα, προάγει τους ελεύθερους χειρισμούς που αξιοποιούν τις δημιουργικές ικανότητες του αρχιτέκτονα. Άλλη βασική θέση της Δ.Π. είναι η αντίληψη του χώρου ως κάτι πολύπλοκο και ασαφές, απομακρυσμένο από τη «γεωμετρική καθαρότητα» της Σ.Π. Η ασάφεια του χώρου συνίσταται στο συνδυασμό ποικιλίας ποιοτήτων που ξεφεύγουν από τη λειτουργικότητα του χώρου, καθώς οι χρήστες χαρακτηρίζονται από πλήθος άλλων πολύμορφων ενδιαφερόντων. Όσο για την επιστημονική φυσιογνωμία της Δ.Π., έχει ως υπόβαθρο την επιστήμη της ψυχολογίας σε αντίθεση με τη Σ.Π. που βασίζεται στην επιχειρησιακή έρευνα και τη θεωρία των συστημάτων. Θα ήταν λάθος να αντιμετωπίσουμε το σχεδιαστή της Δ.Π. ως έναν απομονωμένο στοχαστή ενώ στην πραγματικότητα εξωτερικεύει τα ερεθίσματα που συγκεντρώνει από το περιβάλλον του με σκαριφήματα. Μάλιστα, το αρχιτεκτονικό σχέδιο ενσωματώνεται ξανά στη συνθετική πρακτική για να αναδειχθεί αργότερα σε εικαστικό προïόν. Λογικός είναι ο προβληματισμός των εισηγητών της Δ.Π. για τον προσδιορισμό της ασαφούς έννοιας της δημιουργικότητας. Στα πλαίσια του σχεδιασμού, λοιπόν, η δημιουργικότητα ορίζεται ως τη δυνατότητα του ατόμου να συνδυάζει τις κατακτημένες γνώσεις του για να προκύψουν νέες ιδέες. Πρόκειται για μια δεξιοτεχνία εξελίξιμη και έναν μηχανισμό διαφοροποίησης και δε σημαίνει τη στιγμιαία έξαρση ιδεών αλλά ενυπάρχει ως βοηθητικό μέσο στην κοπιαστική και χρονοβόρα δραστηριότητα της σύνθεσης. Επιπλέον, εύλογα τέθηκε το δίλημμα για την έμφυτη ή επίκτητη φύση της δημιουργικότητας. Αξιοσημείωτη είναι , επίσης, η διαίρεση της (γραμμικής) διαδικασίας σχεδιασμού στις φάσεις της «πρώτης ενόρασης» (κατανόηση του προβλήματος), της «προετοιμασίας» (συνειδητή ανάπτυξη ιδεών για την επίλυση), της «επώασης» (διανοητική διεργασία), της «έμπνευσης» (στιγμιαία ιδέα ή δημιουργικό άλμα) και της «επαλήθευσης» (έλεγχος αποτελεσματικότητας της λύσης). Τέλος, η Δ.Π. αποδείχτηκε ανεπαρκής στην επιχειρηματολογία της να πείσει για τις αρχές και τις μεθόδους που εισήγαγε, καθότι στηρίχθηκε επιστημονικά στη ψυχολογία η οποία δεν μπορούσε να μελετήσει τα προϋπάρχοντα διανοητικά σχήματα, τις «προεικόνες» και τις προσλαμβανόμενες πληροφορίες του σχεδιαστή, που η ίδια η Δ.Π. ανήγαγε σε καθοριστικούς παράγοντες του σχεδιασμού. Προετοίμασε, όμως, το έδαφος για τις προσεγγίσεις που θα ακολουθήσουν, αναθέτοντας στις κοινωνικές επιστήμες τη μελέτη των παραπάνω εξωγενών παραγόντων.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου