Ασκηση της Δευτερας 12.12.2011

Από το τεύχος το οποίο μπορείτε να κατεβάσετε από το σύνδεσμο που υπάρχει στην άλλη στήλη του blog, επιλέξτε και παρουσιάστε μια από τις τέσερεις προσεγγίσεις στην αρχιτεκτονικό και αστικό σχεδιασμό που αναλύονται στο κείμενο. Μέσα από 1500 λέξεις δώστε τα κύρια κατά τη γνώμη σας χαρακτηριστικά της προσέγγισης που επιλέξατε έτσι ώστε να είναι δυνατό σε κάποιον αναγνώστη να κατανοήσει τα βασικά σημεία των αρχών, των ιδεών και των διαδικασιών που η προσέγγιση που επιλέξατε υιοθετεί και προτείνει για το σχεδιασμό. Τα εισαγωγικά κείμενα θα σας βοηθήσουν να καταλάβετε καλύτερα τις προσεγγίσεις που θα μελετήσετε.

Τα κείμενά σας θα πρέπει να αναρτηθούν στο blog το αργότερο μέχρι την Τετάρτη 21.12.2011.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Έλλη Αθανασιάδου - σύγκριση κειμένων


ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ SCHUMACHER – ΤΕΡΖΙΔΗ

Μελετώντας κανείς τα κείμενα των Schumacher και Τερζίδη έρχεται αντιμέτωπος με ένα νέο κίνημα που αναδύεται στον τομέα της αρχιτεκτονικής, αυτό του Παραμετρισμού ή αλλιώς του Αλγοριθμικού Σχεδιασμού. Παρακάτω θα συμπυκνώσουμε τα σημαντικότερα σημεία των δύο κειμένων και παράλληλα θα εντοπίσουμε πιθανές κοινές και αποκλίνουσες οπτικές.

Ο Schumacher διερωτάται αν ο Παραμετρισμός θα αποτελέσει το κυρίαρχο στυλ του 21ου αιώνα. Άλλωστε, η αρχιτεκτονική συνίσταται από διάφορα στυλ, οπότε και αυτό το νέο κίνημα που αναδύεται μέσα από την avant – garde αρχιτεκτονική της εποχής μας χρειάζεται ένα όνομα και μάλιστα περιεκτικό των βασικών αρχών του. Παρότι ο Παραμετρισμός θα αναδειχθεί ως στυλ, δε θα πρέπει να συγχέουμε την έννοια του στυλ με την αισθητική και την εφήμερη μόδα. Ο S. λοιπόν υποστηρίζει ότι τα αρχιτεκτονικά στυλ δεν είναι μόδες και ότι θα ήταν προτιμότερο να κάναμε λόγο για Προγράμματα Σχεδιαστικής Έρευνας από δω και στο εξής κατ’ αναλογία με τα επιστημονικά προγράμματα που χαρακτηρίζονται από ορισμένους στόχους και μεθόδους. Σύμφωνα με το συγγραφέα ο Π. εμφανίστηκε ως απάντηση στην κρίση του Μοντερνισμού και χαρακτηρίζεται ως το νέο κυρίαρχο στυλ στη μετά του μοντέρνου εποχή, καθότι το Μεταμοντέρνο και η Αποδόμηση αποτέλεσαν απλά μεταβατικά στάδια. Ένας βασικός προβληματισμός που θέτει ο S. αφορά στην πιθανή εξάντληση της εποχής των κυρίαρχων κατά εποχή στυλ στην αρχιτεκτονική και της αποδοχής του στυλιστικού πλουραλισμού στα πλαίσια του αιώνα μας. Ο S. διαφωνεί με την επικράτηση μιας στυλιστικής ανομοιογένειας ενώ εισηγείται τη συγκρότηση ενός στυλ παγκόσμιου πλέον βεληνεκούς με κοινά χαρακτηριστικά, φιλοδοξίες, αξίες και αρχές που θα εξελίσσεται μέσα από το συναγωνισμό των σχεδιαστών προς μία κοινή κατεύθυνση διεθνώς. Έτσι, εισάγεται και επισήμως η έννοια του Π. που δεν είναι απλώς ένα σύνολο τεχνικών και εργαλείων με τα οποία χειριζόμαστε τα διάφορα δεδομένα για να προκύψει μια καλή αρχιτεκτονική, αλλά πρόκειται για ένα σύνολο ριζικά καινοτόμων αξιών και φιλοδοξιών σχετικά με τη μορφή και τη λειτουργία της αρχιτεκτονικής. Ο απώτερος στόχος του κινήματος είναι η οργάνωση της πολυπλοκότητας και της ποικιλίας του τρόπου ζωής και σκέψης της κοινωνίας του σήμερα. Μάλιστα, ο S. καταρτίζει αναλυτικό πίνακα με δόγματα και προς αποφυγή χαρακτηριστικά (ταμπού) του νέου κινήματος ως προς τη μορφή και τη λειτουργία. Υποστηρίζει, επίσης, ιδιαίτερα την αναγκαιότητα αυστηρής τήρησης των παραπάνω αρχών, ώστε να ελέγχεται η παγκόσμια εφαρμογή του ρεύματος και να αναδειχθεί η ανωτερότητά του ως προς τα προηγούμενα στυλ. Μία θεμελιώδης, μάλιστα, αρχή του Π. θεωρείται η διάκριση των διαφόρων συστατικών στοιχείων μια σχεδιαστικής πρότασης σε υποσυστήματα, τα οποία αλληλοσυνδέονται μέσω αλγορίθμων με αποτέλεσμα να προκύπτει ένα πυκνό δίκτυο (παραμετρικών) συσχετίσεων απρόβλεπτων και πολύπλοκων αλλά όχι τυχαίων. Αυτή η πολυπλοκότητα, άλλωστε, επιβάλλεται από την αντίστοιχη πολυπλοκότητα της καθημερινής ζωής στην οποία τα προηγούμενα κινήματα δεν μπορούν να ανταποκριθούν πλέον. Όσο για τον προβληματισμό περί στυλιστικού πλουραλισμού, ο S. έρχεται να τον καταδικάσει ως αρνητικό σύμπτωμα της εποχής που οδηγεί στην κακοφωνία του αστικού ιστού. Τέλος, ο συγγραφέας αντικρούει την άποψη που θέλει την παραμετρική αρχιτεκτονική ως μια εκκεντρική υπογραφή φιλόδοξων και περίεργων αρχιτεκτόνων, καθώς τα αντίστοιχα projects που έχουν υλοποιηθεί ξέφυγαν πλέον από το πειραματικό στάδιο και απέδειξαν ότι ανταποκρίνονται στις ανάγκες της πραγματικότητας.

Ο Τερζίδης από την άλλη δεν κάνει λόγο καν για Παραμετρισμό παρότι στην ουσία πραγματεύεται το ίδιο ζήτημα. Μιλάει για την «εκφραστική μορφή», την αλγοριθμική επίλυση σχεδιαστικών προβλημάτων (computation) και την τεχνική υποστήριξη από του Η/Υ (computerization). Aκόμα, δεν τοποθετείται τόσο απόλυτα θετικός όπως ο Schumacher απέναντι σε αυτό το καινούριο ρεύμα αλλά εξετάζει πιθανούς προβληματισμούς και μελανά του σημεία. Πρώτα, μας αναλύει την έννοια της φόρμας ως αφηρημένης με ορισμένα γεωμετρικά χαρακτηριστικά. Υποστηρίζει μάλιστα πως όταν της αποδίδουμε υλική υπόσταση, περιορίζουμε τις ελευθερίες της καθώς και τη φαντασία του παρατηρητή, καθότι η καταλληλότερη γλώσσα για να εκφράσει κανείς δημιουργικές ιδέες είναι αυτή που κυρίως υπονοεί και δε χρησιμοποιεί λέξεις. Με άλλα λόγια, όσο λιγότερη οπτική πληροφορία δίνει η φόρμα, τόσο μεγαλύτερες δυνατότητες έχει ο θεατής να συμμετάσχει στην οπτική της σύνθεση. Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτή μία μάλλον θετική αντιμετώπιση του συγγραφέα προς τον Παραμετρισμό του S. και τις φόρμες που τον χαρακτηρίζουν. Στη συνέχεια, παρουσιάζει δύο προσεγγίσεις για την κατανόηση και εφαρμογή των νέων μορφολογικών δυνατοτήτων. Η πρώτη προτείνει την επανεκτίμηση των παλιών θεωριών με στόχο την ιστορική συνέχεια, ενώ η δεύτερη την αναζήτηση νέων, ξένων προς την αρχιτεκτονική, μηχανισμών με βασικό στοιχείο την εισαγωγή της τέταρτης διάστασης και της έννοιας του χωροχρόνου. Επίσης, ο Τ. μας προτείνει να εξετάσουμε ήδη υπάρχουσες έννοιες με βάση τα νέα δεδομένα, δηλαδή τη δυναμική εισαγωγή της τεχνολογίας (computation και computerization) στη σχεδιαστική διαδικασία. Έτσι, κάνει λόγο για τη μορφοποίηση, δηλαδή τη σταδιακή αλλαγή στη μορφή, τη λειτουργία, το χαρακτήρα ενός αντικειμένου, την κινητική φόρμα, με την επέκταση του όρου της φόρμας πέρα από τα όρια της ακινησίας που παραδοσιακά ήταν εγκλωβισμένη και το δίπλωμα – ξεδίπλωμα, εισάγοντας την επιστήμη της κινηματικής στα πλαίσια της αρχιτεκτονικής παραγκωνίζοντας την αισθητική ως κυρίαρχη έννοια. Εντοπίζουμε εδώ μια αντιστοιχία με τον πίνακα του S. επί των δογμάτων και ταμπού του Π. Ο Τ. προσπαθεί να δώσει τα βασικά στοιχεία της μορφής του Π. μέσα από την αναφορά στις παραπάνω έννοιες καθώς και με την πιο πάνω αναφορά στην εκφραστική φόρμα. Δε θα μπορούσε, φυσικά, να λείπει και από το κείμενο του Τ. η αναφορά στον αλγόριθμο. Ο αλγόριθμος ορίζεται ως μια διαδικασία επίλυσης ενός προβλήματος με πεπερασμένο αριθμό βημάτων. Συνήθως, οι αλγόριθμοι αποσκοπούν στην αυτοματοποίηση των διαδικασιών, στο σχεδιαστικό όμως τομέα επιχειρούν την εξερεύνηση του άγνωστου, του απρόβλεπτου (για παράδειγμα η μορφοποίηση ενός αντικειμένου). Ο Τ. όπως και ο S. εισάγουν την έννοια του αλγορίθμου και τη σπουδαιότητά του ως εργαλείου σχεδιασμού, όμως ο πρώτος επισημαίνει και τον εύλογο προβληματισμό αντικατάστασης της ανθρώπινης δημιουργικότητας από τον Η/Υ. Δίνει άμεσα όμως και ως απάντηση τη χρυσή τομή μεταξύ απόλυτου ορθολογισμού και αυθαίρετων επιλογών βασισμένων στη δημιουργικότητα. Αναδεικνύει λοιπόν ως ασφαλή και γόνιμη οδό το συνδυασμό τόσο ανθρώπινων (συναίσθημα, χιούμορ, ειρωνεία, αναλογία, μεταφορά) όσο και ψηφιακών χαρακτηριστικών (λογική, οργάνωση, μεθοδικότητα, παραγωγικότητα). Στόχος δηλαδή θα πρέπει να είναι η δημιουργική αλληλεπίδραση ανθρώπου και Η/Υ, με τον δεύτερο να ανατροφοδοτεί τη φαντασία του πρώτου και να επεκτείνει τα όριά της, ζήτημα που δεν πραγματεύεται ο S. στο κείμενό του. Μια ακόμη επισήμανση που δε γίνεται στο κείμενο του S. εντοπίζεται στη διάκριση των εννοιών computation και computerization. Συγκεκριμένα, ο πρώτος όρος αφορά τη χρήση μαθηματικών – λογικών μεθόδων για την επίλυση ενός προβλήματος μέσω μιας μη προσδιορισμένης διαδικασίας, ενώ ο δεύτερος αφορά την εισαγωγή ενός προβλήματος στον Η/Υ για την επίλυσή του μέσω μιας επαρκώς προσδιορισμένης διαδικασίας. Η παραπάνω επισήμανση θα τον οδηγήσει στον καλύτερο ορισμό του αλγοριθμικού σχεδιασμού ο οποίος συνδυάζει τους δύο παραπάνω όρους. Με άλλα λόγια, πρόκειται για την κωδικοποίηση της σχεδιαστικής διαδικασίας μέσω βασικών αρχών της αρχιτεκτονικής (τυπολογίες, κατασκευαστικός κώδικας) με σκοπό την ανάπτυξη ψηφιακών τρισδιάστατων μορφών. Βασική θέση επομένως του συγγραφέα είναι ο συνδυασμός της ευφυούς φόρμας με την ελέγξιμη δημιουργικότητα και η απόρριψη του δίπολου φορμαλισμός – ορθολογισμός στον κόσμο της αρχιτεκτονικής. Ο Τ. θέτει προβληματισμούς για την αξία του αλγορίθμου που ο S. αγνοεί. Συγκεκριμένα, αντιπαραθέτει τον αλγόριθμο με οποιοδήποτε άλλο εργαλείο του ανθρώπου, για να καταλήξει ότι ο αλγόριθμος παρέχει μη προκαθορισμένες δυνατότητες στο χρήστη, εντυπωσιάζει με το φάσμα των επιλογών που προσφέρει και εγκυμονεί το φόβο να χάσει ο χρήστης τον έλεγχο. Επίσης, ο συγγραφέας αναρωτιέται αν η σύνταξη και εφαρμογή ενός αλγορίθμου είναι χαμένος χρόνος, καθότι τον αντίστοιχο χρόνο θα μπορούσε ο σχεδιαστής να τον αφιερώσει στην σύνθεση της ίδιας της αρχιτεκτονικής λύσης. Ο Τ. θέτει παράλληλα ηθικούς προβληματισμούς, όπως το αν είναι σωστό να προκύπτει αρχιτεκτονική καινοτομία από μηχανές και όχι από τον άνθρωπο, το πώς οι Η/Υ θα διαχειριστούν πολιτισμικά στοιχεία (αναγκαία στην αρχιτεκτονική) και το αν τελικά η αρχιτεκτονική θα παράγεται από δω και στο εξής μόνο σε χώρες με αναπτυγμένη τεχνολογία. Ένα κοινό σημείο των δύο κειμένων συνιστά και η τάση για απελευθέρωση του ανθρώπινου μυαλού από τα όρια της γνώσης και της φαντασίας. Σύμφωνα όμως με τον Τ. σε αυτή τη θεωρία ενυπάρχει μία αντίφαση: από τη μια εκθειάζει τη παντοδυναμία του ανθρώπινου νου (καθώς κυριαρχεί επί των μηχανών) και από την άλλη τον περιορίζει καθώς επιτρέπει την ελευθερία της φόρμας μέχρι εκεί που γίνεται κατανοητή και εμηνεύσιμη από τον άνθρωπο – παρατηρητή. Ο Τ. συμφωνεί με τον S. στη δήλωση ότι ο Παραμετρισμός δεν αποτελεί απλά μια μόδα στην αρχιτεκτονική, αλλά σηματοδοτεί την αρχή μιας ολόκληρης εποχής με βασικό χαρακτηριστικό την υπέρβαση των ορίων της ανθρώπινης νόησης. Παρόλη την επιδοκιμασία του νέου ρεύματος του αλγοριθμικού σχεδιασμού, ο συγγραφέας εκφράζει αμφιβολίες για τη λειτουργικότητα των avantgarde περίεργων πέραν της φαντασίας μορφών, καθώς κατασκευαστικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί παράγοντες αντιτίθενται για να προσαρμοστούν σε αυτές και κάποιοι ίσως υποχωρήσουν. Τελικά, ο συγγραφέας απενοχοποιεί την αλγοριθμική διαδικασία από την ελαχιστοποίηση του ρόλου του σχεδιαστή αφού αυτός είναι που δημιουργεί τις παραμέτρους και άρα διατηρεί τον έλεγχο και καθοδηγεί την έρευνα. Γι’ αυτό θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον αλγόριθμο ως συνεργάτη του σχεδιαστή που στόχο έχει να απαντά σε κάθε πιθανό συνδυασμό δεδομένων (ερεθίσματα) που ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να προβλέψει. Αμφιβολίες εκφράζει ο Τ. και σχετικά με τη λειτουργία της κυκλικής διαδικασίας trial and error που ίσχυε μέχρι τώρα στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική σύνθεση. Εκφράζονται φόβοι πως αυτή η τεχνική θα περιορίσει τις γεωμετρικές δυνατότητες (αδυναμία αλγορίθμου να κωδικοποιήσει ποικιλία μορφής), θα υπάρξει πρόβλημα αξιολόγησης του φαινοτύπου (πόσο σημαντική αξιολογείται η κάθε ιδιότητα κτιρίου) και θα προκύψουν προβληματισμοί σχετικά με τον αστάθμητο παράγοντα της αισθητικής του κτιρίου. Το τελικό συμπέρασμα πάντως του συγγραφέα αναδεικνύει τον αρχιτέκτονα ως αναπόσπαστο μέσο της σχεδιαστικής διαδικασίας καθώς προαπαιτείται η αναγνώριση των χωρικών απαιτήσεων και οι ειδικευμένες γνώσεις του ώστε ο αλγόριθμος να καταλήξει στη σύνθεση μιας φόρμας.

Συμπερασματικά, και οι δύο συγγραφείς πραγματεύονται το νέο ρεύμα του Παραμετρισμού. Το αναδεικνύουν σε κυρίαρχο αρχιτεκτονικό στυλ του 21ου αιώνα που δεν εισάγει απλά νέες αισθητικές αξίες αλλά κυρίως σηματοδοτεί μια επανάσταση στον τομέα του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Πλέον, ο άνθρωπος έχει στη διάθεσή του τους Η/Υ και επικοινωνεί με αυτούς μέσω του πολύτιμου εργαλείου του αλγορίθμου. Και οι δύο δεν πιστεύουν πως το κίνημα αυτό είναι μία εφήμερη μόδα, αλλά ο Schumacher το υποδέχεται με μεγαλύτερο ενθουσιασμό σε σύγκριση με την επιφυλακτικότητα του Τερζίδη, που εκφράζονται μέσω προβληματισμών που αφορούν στην πιθανή κατάργηση του ρόλου του αρχιτέκτονα, την ενδεχόμενη προβληματική λειτουργικότητα των κτιρίων του νέου ρέυματος και την αδυναμία αφομοίωσης πολιτιστικών και άλλων υποκειμενικών παραγόντων από τη νέα αρχιτεκτονική.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου